" WAIT (1) " WAIT " (20) " ΕΚΑΤΟΜΒΑΙΩΝ " (5) " ΤΟ ΑΛΛΟ ΣΩΜΑ " (3) "CROSS MATCHING" (23) "ΜΟΝΟ ΓΙ' ΑΠΟΨΕ" (3) 116 (23) 116 thoughts (2) 2012 (1) 2016 (1) 365 (6) abici bicycle (1) aggie (1) american poetry (3) architecture (1) art (6) attend (1) Aurelio Arturo (1) award (1) British poetry (3) Carol P. (1) cosa nostra (2) deco (1) design (2) Design sponge (1) DIMITRIS STEFANAKIS (1) e-book (1) ELCMag (1) ELLE magazine (1) English Literature (1) essay (1) etsy (1) events (1) exhibitions (1) f1.8 (1) Fawzy Zablah (1) fear (1) festival (1) Fleur Adcock (1) Fricdementol (1) Gaia (1) George Szirtes (3) Giannis Pantazopoulos (1) giveaway (1) graphic design (3) great american writers (1) great gift (2) haiku (1) Harper's Bazaar (1) HEROCIOUS (2) Ilan Manouach (1) illustration (2) in two lines (3) interiors (1) internal monologue (1) Jacqleen Bleu (1) join (1) Joseph Campana (1) JUAN GÓMEZ JURADO (2) Kosmos (1) lifo (1) lines (94) listen (23) live (3) Love reading? (17) Love writing? (4) lyrics (1) MALVINA KARALI (1) Maria_Adouaneta (1) Mikkel Birkegaard (1) mixed media (1) moleskine (1) music (6) music village (1) news (7) notes (1) out (2) pc games (1) Pink Martini (1) plays (1) poetry (8) Poets (2) prints (2) project (1) prose (1) QATAR 2022 (1) quotes (2) read (11) reblog (4) Riego van Wersch (1) scent of a woman (1) seminars (1) series (2) setty lepida shots (1) shoot (63) shop (1) short story (34) shows (1) sited (2) sketchbook (2) spaces. aesthetics (1) Steve Friedman (1) stories (1) story parts (2) street photography (2) symposium (1) Tanizaki (1) the creative creat(ur)es (1) the meet market (1) THE OPEN END (5) theatre (1) this is how you lose her (1) thoughts (18) Truman Capote (1) tumblr (1) tumblr logs (1) wait (2) watch (3) widgets (1) Wiedźmin (14) WISHES (1) world (3) write (2) WRITERS (10) yatzer (4) Αντώνης Σουρούνης (1) αποσπάσματα (1) γιατί όχι; (2) γιατί όχι; Αna Raimundo (1) διήγημα (6) εκδηλώσεις (1) κυκλωπία (1) Κωστής Μαραβέγιας+ΜARAVEYAS ILEGAL (1) μουσικό χωριό (1) πολύ μικρές ιστορίες (23) συλλογή (1) ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΩ ΤΩΡΑ (9) ΤΙ ΕΙΔΑ ΧΤΕΣ (1) το άλλο σώμα (2)

Wednesday, August 24, 2016

κι αύριο θα περπατήσω
κι αργότερα το βράδυ 
κι αφού δεν θες δεν θα μπω στο αεροπλάνο 
και μια μέρα θα πάω ακόμα πιο μακριά από εκείνο το δωμάτιο 
όπου σκαρφάλωσα πάνω στο κρεβάτι με τα βρώμικα πόδια μου 
γιατί αφού δεν θες δεν θα ξαναπεράσω ούτε από εκεί 
το μόνο που δεν θα σου χαρίσω 
είναι να σου δώσω πίσω 
το δόντι που έχω στο χέρι μου 
έτσι θα ξέρεις ότι πάντα θα υπάρχει μόνο ένα 
κάπου εκεί στον ξένο τόπο 
που σε περίμενε να πεις "έρχομαι σπίτι μας" _ 

Thursday, August 18, 2016

a tip on Odysseus

there are cities between you two and he's still got legs _ a city with a girl he met (wait, that was you) and one with all the girls in the world (who are not you but does it make any difference?) 

there's a city with a  townhall of ancient pavements and clocks, he walks past it. snaps it on his Instagram stories and walks into a cafe with a mean brew and then into a bar on the river with a drum and bass dj set

there's a city with a car waiting to pick him up at the corner and some new friends who nod hey wassup and he looks at the clouds as they drive on the highway and sends you a photo or two

there are cities with two or three hotel rooms where his boxer shorts lie on the suitcase and the t-shirts pile on a chair and his shoes are scattered on the floor but who cares anyway 

there are playlists he compiles but won't have the time to listen to and that's perfectly okay because the more he walks the less he needs them 

there's a city with a new homecooking restaurant where he orders steak and a side dish of peppers and herbs and the people are super-nice and the wine is better 

somehow he's still holding on - just like you're holding on -  to what could be a mere coincidence despite the fact that you both thought there are no coincidences

but ulike you Penelope, he's not looking at the ticker, 47mins ago active, active now, active 15 hours ago, he's not _ and it is up to you to push away your hundred suitors or do whatever Penelopes do 
so stop telling him how much you've missed his kisses and his arms, keep your dresses neat and your hair tied up in a knot _ 

Wednesday, August 10, 2016

και να λες ότι δεν θα σε ρωτήσω άμα θέλω να σε φιλήσω δεν θα μου πεις εσύ τι θα κάνω
και να σου λέω να κάνεις μίμηση τον άγγλουρα απ' το Νότινγκχαμ
και να γελάω με το πώς προφέρεις την ροπή  και το εργαστήριο
και να κάθομαι στην πόρτα όταν κάθεσαι στη λεκάνη γιατί πήγα να φύγω και είπες δεν πειράζει μ' αρέσει άμα κάθεσαι
και να βγαίνουμε για φαγητό
και να σε ρωτάω αν σ' αρέσει αυτό και πώς το λένε
και να κάθομαι να σε κοιτάω όταν κάνεις ντους
και να σε συναντώ στην παραλιακή με το ταξί να σε ψάχνει δυο ώρες
και να τρώω όλο το wifi με τους χάρτες
και να με τραβάς απ' το χέρι να το σκάσουμε
και να πατάω γυαλιά και αγκάθια αλλά να μη με νοιάζει
και να είμαστε αρκετά μεθυσμένοι
και να περπατάμε στην παραλιακή χέρι-χέρι
και να σταματάς να με φιλήσεις
και να ξεχνάω ν' ανασάνω που το έκανες
και να χοροπηδάμε στο μαγαζί
και να κοιταζόμαστε σαν ηλίθιοι
και να χαμογελάμε σαν ηλίθιοι
και να μου κρατάς το πρόσωπο πριν με φιλήσεις
και να μου στέλνεις τραγούδια που δεν έχω ξανακούσει και να αναρωτιέμαι αν τα στέλνεις για το στίχο τους
και να σου στέλνω τραγούδια που δεν έχεις ξανακούσει και να λες "μ καλό είναι" γιατί δεν θες να πεις δεν ξέρω τι λέει
και να σου λέω τι λέει και να είσαι λίγο δύσκολος
και να κάνεις τα τρελά σου πάνω που έχω σκάσει απ' την αγωνία
και να λες θέλω να ρθω να καθίσω δίπλα σου
και να μιλάμε σαν τη Μαρούσκα με τη Ντένη
και να καταλαβαίνουμε μόνο εμείς τι λέμε
και να γελάμε με τα ξενοδοχεία που θυμίζουν 1970
και να μένουμε για ένα βράδυ σε ένα από αυτά γιατί ο ταξιτζής δεν ξέρει άλλο
και να γελάμε με το τηλέφωνο που βρέθηκε άσχετα στον τοίχο του μπάνιου
και να λες καλωσήρθατε στο 2016
και να καπνίζουμε και να λέμε τώρα θ΄ ανοίξει η αυτόματη πυρόσβεση
και να βλέπουμε άκυρα βραβεία μουσικής στην τηλεόραση
και να λες πω δεν πήραμε μπύρες
και να κατεβαίνουμε και να γελάμε με το δίσκο που μας έδωσαν και με το σαλόνι τους που είναι καλύτερο από τα δωμάτια
και να γελάμε με το χρηματοκιβώτιο που είναι έξω από τον τοίχο
και να μας φαίνεται φρίκη ο πίνακας με τον αλογατάρη και η χρυσόσκονη στον τοίχο
και να καθόμαστε στην άμμο
και μόλις σηκώνεσαι να βγάλεις βίντεο και φωτογραφίες να τρέχω ξωπίσω σου
και να σε βγάζω φωτογραφίες όταν κοιμάσαι
και να σηκώνομαι να πάρω παγάκια γιατί δεν μ' άκουσες νωρίτερα και κάηκες
και να σου φυσάω την πλάτη και να λες αχ ωραίο είναι αυτό
και να λες αν ήθελες να πάρεις αλόη θα την είχες πάρει κιόλας χωρίς να με ρωτήσεις
και να λέω θα φας μπάτσο
και να μου λες πάρε τη δικιά μου οδοντόβουρτσα
και να πηγαίνουμε στο Ακάνθους
και να μιλάμε ως αργά
και να είμαστε οι μόνοι δυο στην παραλία αργά το βράδυ
και να μη βρίσκεις τα τσιγάρα σου αλλά να ξέρω ότι θα τα βρεις αν δεν είσαι τόσο αφηρημένος
και να μου μαγειρεύεις αυτά τα μυστήρια φαγιά σου
και να έχουμε στραβισμό παρέα
κσι να σε θέλω το πρωί μα να σ' αφήνω να κοιμηθείς λίγο ακόμα
και να φιλάω τα χέρια σου και να χαϊδεύω το δέρμα σου και να σου λέω πόσο μ' αρέσουν τα μαλλιά σου, τα μάτια σου, το χαμόγελό σου, τα χείλια σου, τα πόδια σου, ο λαιμός σου, ο κώλος σου
και να περιμένω στη βεράντα να φύγουν όλοι
και να περιμένω στη βεράντα ξυπόλυτη και να ξαφνιάζομαι όταν λες θέλω να μείνουμε μαζί κι απόψε
και να σου παίρνω άκυρα ροζ μπλουζάκια για εξάχρονα
και να μετανιώνω όταν λέω βλακείες
και να γελάς με τις βλακείες μου
και να χαίρομαι όταν με συγχωρείς
και να σε κοιτάω και να εύχομαι να σε ήξερα από πάντα
και ν' ακούω τη φωνή σου στα αυτιά μου
και να θέλεις να με φιλήσεις
και να μην σε νοιάζουν τα βρώμικα πόδια μου
και να μην με νοιάζει η ακαταστασία σου
και να σε βλέπω να στρίβεις τσιγάρο πριν βγεις
και να ζηλεύω που δεν είμαι εκεί μαζί σου τώρα και συνέχεια
και να τρομάζω μήπως θύμωσες
και τα μάτια σου να έχουν γίνει κόκκινα
και τα αυτιά σου να έχουν γίνει κόκκινα όταν κουράζεσαι
και η χωρίστρα σου να είναι στα αριστερά
και να σου λέω ότι είσαι πανέμορφος
και να με κοιτάς και να βλέπεις όλο το μέσα μου
και να σ' αγκαλιάζω όταν αγχώνεσαι
και να μιλάς για τις καρέκλες και τα δόντια και τα σιδεράκια και τα μηχανήματα
και να κάνω τατουάζ το δόντι σου στον καρπό μου
και να με πηγαίνεις βόλτες με το αυτοκίνητο
και να μου λες ότι βρέχει πάλι
και να μου λες ότι έχει τριάντα
και να σου λέω έλα πίσω στη θέση σου
και να σου μιλάω και να επαναλαμβάνεις ό,τι λέω
και να ρωτάς γιατί ;
και να ρωτάω αν σου έλειψα
και να κλαψουρίζω όταν είμαι δίπλα σου
και να κλαψουρίζω όταν δεν είμαι
και να σε κρατάω όταν πονάς
και να λιώνω όταν χαμογελάς
και να διαλύομαι όταν γελάς
και να μην καταλαβαίνω τι είπες αλλά να ζορίζομαι να μάθω να μιλάω σαν εσένα
και να μαθαίνω για τα λάχανα και τα τζ σου και τα τσ σου και τα ζιετ σου
και να αναρωτιέμαι ποιος είσαι
και να αναρωτιέμαι τι μ' έκανες
και να αναρωτιέσαι τι σου κάνω
και να σου γράφω ποιήματα
και να τους γράφω όλους για πάρτη σου
και να ζηλεύω και τον αέρα που αναπνέεις
και να μη ζηλεύεις και να θέλω τόσο πολύ να ζηλέψεις
και να θυμάσαι ό,τι κοτσάνα έχω πει
και να ξεχνάς ότι μου έχεις πει κάτι κι άλλη φορά
και να σε κρατάω στο κρεβάτι όταν πρέπει να φύγεις
και να κλαίω σαν μικρό παιδί όταν τελικά φεύγεις
και να σου ζητάω να με κάνεις μαμά
και να μη λες τίποτα αλλά να το σκέφτεσαι αλλά να φρικάρεις αλλά να το σκέφτεσαι
και να παίζεις με το κοριτσάκι της φίλης σου και να μου γράφεις ότι εδώ και τρεις ώρες νομίζεις ότι είσαι μαζί μου
και να περιπλανιέμαι στον κόσμο με τη σκέψη ότι αν δεν έχει μέσα εσένα θα είναι άδειος
και να θέλω ό,τι θέλεις
και να νομίζω ότι χάνω τον εαυτό μου αλλά να καταλαβαίνω ότι τον βρήκα
και να προσπαθώ να σου δώσω το καλύτερο μου επειδή δεν αξίζεις τίποτε λιγότερο
και να μιλάμε χωρίς έλεος
και να σ' ακούω χωρίς έλεος
και να μου λες πόσα σπουδαία πράγματα έκανες σήμερα
και να κάνουν τα μάτια μου αστεράκια όταν σε βλέπω
και να κλέβουμε ένα κρεμμύδι
και να σου λέω την αλήθεια ακόμα κι όταν πονάω και δεν θέλω γιατί ξέρω ότι μόνο έτσι το θέλεις να είμαι
και να προσπαθώ να μη βρίζω σαν χαβούζα γιατί δεν είμαι άντρας
και να γελάς όταν το κάνω γιατί ξέρεις ότι είμαι ο εαυτός μου
και να σου λέω ότι είσαι ο ήλιος
και να μου λες ότι είμαι σαν παιδάκι
και να σκουπίζω τη γλώσσα μου επειδή έφαγα ένα χόρτο από το θάμνο
και να τρέχω επειδή κάηκαν τα πόδια μου
και να μην τρέχεις επειδή είσαι ψύχραιμος
και να με παίρνεις μαζί στις βόλτες με το ποδήλατο
και να τρακάρεις στο δέντρο επειδή μου έγραφες μήνυμα κι επειδή είσαι κι εσύ γκαβός σαν εμένα
και να γυαλίζουν τα μάτια σου και ν' αστράφτει το χαμόγελό σου
και να σε παρακολουθώ να παρακολουθείς και να στεγνώνει το σάλιο μου
και να προσπαθώ να σου κλέψω λίγα λεπτά ακόμα
και να θέλω να σε κάνω μόνο να γελάς
και να βάζω τα κλάματα έτσι απότομα γιατί πεθαίνω να με πάρεις αγκαλιά ξανά
και να ξενυχτάμε με τα ακουστικά στα αυτιά
και να βάζω το χέρι στη μέση και να σου τα ψέλνω όταν νομίζω ότι με ξέχασες
και να μου λες οτι είμαι χαζούλα
και να μου λες όχι μην σκέφτεσαι έτσι αλλά όχι αυτό είναι κατηγορηματικό οπότε δεν θα σου πω
και να μου στέλνεις φιλιά που θα με σκότωναν αν τα ένιωθα
και να σου τα πρήζω
και να κλείνουν τα μάτια μου αλλά να πετάγομαι την ώρα που ξυπνάς
και να ακούω τις ιστορίες σου
και να μυριζόμαστε
και να έχω ήδη χωρίς να το ξέρω την αγαπημένη σου κολόνια γιατί αυτή είναι κι η δικιά μου
και να κάθεσαι οκλαδόν στο κρεβάτι και εγώ να αλλάζω στάσεις για να σε βλέπω από παντού
και να με παίρνεις από πίσω αγκαλιά στο κλαμπ και να αφήνεις το αλκοόλ να τρέχει στο μαύρο μου φόρεμα όταν με φιλάς
και να φτιάχνεις βίντεο για το πού ήμασταν
και να αναρωτιέσαι ακόμα αν το εννοούσα ότι είσαι ο ήλιος
και να θέλω πάντα να σου αποδείξω ότι είσαι
και να μην έχω ησυχία μακριά σου γιατί είσαι
και να ξεχνάς τη μπουγάδα ενώ μιλάμε
και να ξεχνάω την πετσέτα-που έκλεψα για να πάμε για μπάνιο-στο πιτάδικο στη Νέα Σμύρνη
και να νιαουρίζεις νυστάζω αλλά να μην κοιμάσαι
και να δένεις τα χέρια στο στήθος σου σα να προστατεύεσαι και να θέλω να σου τα λύσω για να μ' αγγίζουν
και να θέλω να πάρω όλα τα αεροπλάνα του κόσμου
και να κάνουμε μπάνιο μετά τα μεσάνυχτα στον Άλιμο
και να μου μιλάς και να κοντεύει να εκραγεί το μυαλό μου
και να σου βγάζω τους αχινούς από το πόδι
και να με βασανίζεις για ένα φιλί αλλά μετά να μην ξεκολλάμε
και να σου λέω είσαι κουφαλίτσα και να μην ξέρεις τι σημαίνει
και να σου τραγουδάω απ' το αμάξι
και να κλαίω στο ταξί όταν με χαιρετάς
και να μην φτάνουν ποτέ- ποτέ όσα και να σου πω
για να περιγράψω με κάποιον, οποιονδήποτε τρόπο
έστω και λίγο
τον ακάθεκτο
τον ψυχαναλυτικό
τον κατανυκτικό
τον άνευ όρων
έρωτά μου για εσένα

Tuesday, August 9, 2016

teraz - now

photo by jolshe  - tumblr

what it the smell now in Wroclaw? 

tell me all about it _ is it wet and moist and leafy ? does it smell of deep night or more like early having-rained-all-night-dawn? does it smell of indigo or dark -really dark- cool and comfortable ? do your fingers run through your shampooed hair as you turn off the light? and are you still smiling for two extra seconds after we said goodnight? 

you see , my life, it seems, usually occurs in two phases : past and future - I am t-here present but not present, what I perceive as "t-here" is .. a recollection. I was; wasn't I ? what was happening ? 

but then this hour comes... when we talk and there is this scent, this now-ness, I breathe or forget to (the second one mostly occurs when you smile or when you bite your lower lip while still smiling), I can sense the air thickening, see how the stars fight to shine through what's left of the clouds, and I'm both hungry and thirsty, and hyper, and not that hungry or thirsty, but hyper, and eager and my face changes colors and shapes, and the night is still and there's a bug that's just decided to head for the table cloth so it decided to cross the distance via my leg but I don't mind it, and there's this taste in my mouth that is actually a multitude of tastes, some being buttery, zesty, saucy, cigaretty, salty, jammy as my facial muscles work overtime giggling and widening and curving and my insides all speed up 

For so many times I was not aware I wasn't "there" in the first place.
but now ... I am here- that's how I understand it with you- I am here. 

Tuesday, August 2, 2016


the pilot
*accidentally over intercom*: 
Siri how do I land a big airplane at Newark airport ?

ώπα, στάσου 
το τελευταίο καλοκαίρι της δεκαετίας 

έκλεισε ο κύκλος; 
κλείνει ποτέ; 

αν τον μετράς ανά δέκα 
τότε μπορεί 

τι έμαθα 
σε δέκα χρόνια ; 

δεν έχω μάθει αρκετά 
για να κρίνω πότε οι κύκλοι ανοίγουν και πότε κλείνουν 

δεν ξέρω ακόμα την τύφλα μου_ δεν το 'χω χάσει
προτίθεμαι να μάθω, κάτι είναι κι αυτό 

το έλεος μου είναι βραδυφλεγές και μαλακισμένο
κορακοζώητο και το τρώει ο κώλος του 

όταν μου σώνεται το έλεος αρχίζει η μαγκιά μου 
σηκώνονται τα φρύδια και το σαγόνι, μερικά αστεία δεν είναι πια τόσο αστεία 

κατ' αυτόν τον τρόπο το έλεος  θα αυτοανανεωθεί κάποτε
αλλά μέχρι τότε θα είναι σε λανθάνουσα 

για να τα κάνουμε πιο απλά θα σου δώσω μια αναλογία 
σκέψου ότι πίνεις καφέ, δίπλα έχεις κι ένα ποτήρι νερό 

κάπου αφαιρείσαι, κάπου έπιασες την κουβέντα
πας να πιάσεις το νερό και -αν θες από αφηρημάδα- πιάνεις τον καφέ

το φέρνεις στο στόμα και πίνεις άπληστα
η γλώσσα σου άμεσα σε ειδοποιεί, μαλάκα αυτό είναι καφές 

δεν ήσουν προετοιμασμένος γλωσσικά, γευστικά, εγκεφαλικά, σκατά 
αφήνεις κάτω τον καφέ και δεν τον ξαναγγίζεις 

δεν μας ενδιαφέρει το για πόσο, μην κολλάς εκεί 
το θέμα είναι αν δεν πάρεις όσο νερό θες καφέ δεν ξαναπίνεις 

με πιάνεις; 

Sunday, July 31, 2016

and they don't get it

why a woman will cry even when things are still so beautifully slack
they mistake it for sorrow, a man gets frustrated by the teary-eyed chick

she's not sad, darling, she's got no regrets, it's all a matter of architecture
premium buildings have got a pool on top, that's not coincidental

today a gypsy came and asked me if I had a dime to spare; I did
she insisted on reading my palm and I refused her kindly

I said let us pretend you did, I thank you in advance
she said : ice-cream is destined to melt 

unless you keep it in deep freeze, and that's no fortune reading 
it's only a reminder, her skin was so old and wrinkly, tan as copper

her naked feet were not the kind of feet you would attribute
to a barefoot street-walker, funny eyes, pale grey, restless and astute

for a guy who doesn't like sugar, he's had too much of it, she shook her head
motherly patting my stomach as she slowly made her way to the heatwave struck, dusty old square

Thursday, July 28, 2016

black tigress

της Δέσποινας - for Despina 

Το 1999 ο L. A. K. Singh έδωσε μια πολύ λεπτομερή περιγραφή της Μαύρης Τίγρης στην Ινδία. Το χειμώνα του 1975/6 δυο μαύρες τίγρεις εθεάθησαν, μέρα, στο δρόμο που οδηγεί στο λιβάδι Matughar του Εθνικού Πάρκου Similipal : το θέαμα καταγράφτηκε από τους δασοφύλακες της Odisha οι οποίοι συνόδευαν δυο ξένους τουρίστες. 

Παράθυρα _ αυτά που ανοίγουν όταν κλείνει μια πόρτα.  

Πού βρέθηκε μέσα σε τούτη την πόλη αυτό το πλάσμα; Πώς πέρασε αθέατο μέσα από την κίνηση; Πού είχαν τα μάτια τους οι άνθρωποι; Πώς τρύπωσε στα αεροπλάνα και στο τραμ, πώς ζύγωσε και παραμέρισε τις γρίλιες; Έκανε το δωμάτιο άνω-κάτω, έσπρωξε κάθε πόρτα μέσα στο σπίτι, άρχισε σαν τον άνεμο να μετακινεί τα έπιπλα, τράβηξε τα σεντόνια από πάνω τους, σηκώθηκε στα πίσω της πόδια και άφησε νυχιές στα συρτάρια, τα πέταξε όλα έξω, έγλειψε τα κουτάλια που της άρεσαν και έσπρωξε με αδιαφορία τα μαχαίρια, χτύπησε κάθε κάδρο από τον τοίχο με την ουρά της, τρύπωσε στις ντουλάπες και ανακάτωσε τα φουστάνια, κάποια τα έσκισε άσχημα, πάνω σε άλλα ξάπλωσε και αποκοιμήθηκε για λίγο, ήπιε το γάλα και τη γαλάζια βότκα, άφησε λίγη για μετά κι ύστερα βγήκε, πήγε στο σουπερμάρκετ, κι όλοι κοιμόντουσαν στα κρεβάτια τους ανυποψίαστοι τα μεσημέρια. 

Τα απογευματάκια τα δάχτυλά της γαργαλούσαν πλάτες, κανάκευαν παιδιά με άστρα στα μάτια τους, σκούπιζαν κλάματα και αγκάλιαζαν σιωπές και γέλια. Τα χείλια της κάπνιζαν, κι αφού γελούσε βροντερά τεντώνονταν χαμογελαστά ώσπου τα μάτια της έκλειναν τελείως. Άμα μιλούσες έγερνε πίσω το κεφάλι και δεν έπαιρνε τα μάτια από πάνω σου. Άμα χτυπούσε το κουδούνι τινάζονταν όρθια σαν καρφί κι ώσπου να φτάσει στην πόρτα τα γυμνά της πόδια τα αθόρυβα τ' ακολουθούσες με τα μάτια. Κάθονταν δίπλα στο τραπέζι σου και σου έλεγε ιστορίες μέχρι να ρθεί η ώρα που θα βγάλει βόλτα την Choco, ένα παιδάκι κρυμμένο μέσα σε σώμα κουταβιού. 

Ένα απόγευμα μας πήρε και μας πήγε να ξαπλώσουμε κάτω από τον ουρανό σε μια τετράγωνη κουβέρτα. Δεν ήξερα ποια είναι ή τι ήτανε. Κάθισα σα χαμένο ανάμεσα σε όλους με λίγο φόβο και με ένα κόμπο στο λαιμό. Ήταν αρχές Ιούλη και δεν έβλεπα την τύφλα μου. Καπνίζαμε και πίναμε οκλαδόν κι όσο την κοίταζα σκεφτόμουν εκείνα τα μοιραία σαγηνευτικά κορίτσια που κατεβαίνουν από ιστορίες ποιητών, οι οποίοι όλο νομίζουν, ξε-νομίζουν και φαντάζονται τα διάφορα τους, που έχουν κάπου ονειρευτεί μια θηλυκιά περήφανη, ελεύθερη κι αδάμαστη, μια ξυπόλυτη μαντόνα, ένα κορίτσι που ξεμπλέκει τα μαλλιά του στο κύμα και τους χαϊδεύει την ψυχή χαρίζοντας τους πορτοκάλια και χέρια με φτερά, αφήνοντας τους ν' αγαπιούνται και να νιώθουν φιλημένοι στον αιώνα τον άπαντα. 

Και οι υπόλοιποι, οι πεζοί, κι αυτοί σε λίγο είχαμε γίνει δικοί της. Χέρια με φτερά και για εμάς.. 

Λίγο πριν ξημερώσει βγήκαμε από τη θάλασσα σ' ένα σκοτάδι μπλε και πράσινο.. Πάνω απ' την άδεια παραλία ο βόμβος της πόλης αναβόσβηνε πλάι στα περίπτερα. Ψυγεία ακόμη λειτουργούσαν, άνθρωποι ακόμη ξενυχτούσαν, αμάξια ακόμα έτρεχαν, φανάρια αναβόσβηναν στο πρόγραμμά τους, οι κάδοι είχαν αδειάσει (χαμπάρι δεν πήρα απόψε αν ο κόσμος υπήρχε έξω από εμάς). Ψάχναμε να σκουπίσουμε τις πλάτες μας, καπνίσαμε ένα τελευταίο τσιγάρο χέρι-χέρι... Όταν η υγρασία της θάλασσας ανέβηκε στην άμμο έσκυψε και τη σκέπασε. Και τότε είδα ότι το κορμί της είχε αλλάξει στάση, πήρε το σχήμα του το σωστό, το τιγρένιο, το μαλακό και εύκαμπτο που έγρουζε ζεστό ... 

Έχω ένα μήνα να την δω. Πριν λίγο μιλούσαμε στο τηλέφωνο. Τις μέρες μοιάζει μ' άνθρωπο, μοιάζει μ' εσένα και μ' εμένα, πηγαίνει να πληρώσει το νερό και να χορέψει, να μάθει τα ιταλικά της και να φροντίσει ό,τι φροντίζουμε οι φροντιστές. Καμιά φορά αφήνει να της κλέψουμε την ώρα, την προσοχή, την ηρεμία, όμως τις νύχτες βγαίνει απ' το κορίτσι και άμα κοιτάξεις πίσω της, στο λιγοστό σου φως θα δεις ζευγάρια τέσσερα πατήματα. Τότε γυρνάει στον τόπο της, ελεύθερη, ελεύθερη.... 


In 1999 L. A. K. Singh gave a very detailed account of the Melanistic Tiger in India. During the winter of 1975/6, two adult black tigers were seen in bright sunlight on the road leading to Matughar meadow; the sighting was made by Odisha forest service officials accompanied by two foreign tourists.

Windows _ the ones that open once a door closes. 

How did this creature find itself in this city? How did it cross the traffic so unnoticed? Where did all those people have their eyes turned? How did it slide in the aeroplanes and the tram? how did it manage to shunt the blinds? It turned the room into an utter mess, it pushed on every door inside the house, and like some kind of crazy wind carried away the furniture, pulled all the sheets_  she rose on her back feet, left scratch marks on the drawers, she threw everything on the floor, she licked all the spoons -she liked them- but she indifferently kicked away all the knives_  she hit each picture on the wall with her tail, and crept in the closets, mussed up  the dresses (some of which she badly tore), she slept on the ones that felt really comfy, she drank the milk and the blue-colored vodka, left some for later, and then she went out to the grocery store, and everyone was sleeping in their beds at noon completely unsuspecting. 

Ιn the evenings her fingers tickled backs, they babied children with stars in their eyes, they wiped away tears and hugged silences and laughters. Her lips smoked, and after having loudly laughed like thunder they stretched into a smile until her eyes appeared to be perfectly shut. When you spoke she tilted her head and her sight wouldn't leave yours. When the doorbell rang she'd jump up like a geyser and your eyes would follow her naked, silent feet on the tiles. Later she sat with you at the table, storied you until it was time for her to take out Choco for a walk (Choco was a child trapped in the body of a cub). 

One evening she took us away, had us lie under the sky on a square blanket. I didn't know who she was or what she had been. I sat like a dork among everyone, a tad skittish and with a lump on the back of my throat. It was early July and I was clueless. We smoked and drank crouching and the more I looked at her the more I kept thinking of these seductive, fatal girls, the ones that descend from the stories written by poets, who always think - and un-think - who always imagine their stuff, who dream of females proud and free and untamed, a barefoot madonna, a girl that lets her hair loose on the waves, and caresses their souls, and offers them oranges and winged arms, and lets them be loved and feel kissed forever.

As for the rest of us, the simpletons, we soon became her own. Winged arms for us too... 

Just before dawn we came out of the sea into the blue and green darkness... Over the empty beach, the city whir was going on and off near the kiosks. Refrigerators still working, men still staying up late, cars still running, traffic lights still blinking as programmed, the garbage bins had been emptied (tonight I couldn't tell if there was any other universe outside of you and I). We looked for towels to dry our backs, we had one last cigarette holding hands... When the humidity of the sea rose on the sand he bended down and covered her with the blanket. That's when I saw her body changing into its rightful shape, tigressy, soft and flexile, purring, warm... 

It's been almost a month since I last saw her. We spoke on the phone an hour ago. At daytime she looks human, like you and me, she goes to pay for water, she takes dancing and italian lessons, she takes care of what we care-takers take care of. Sometimes she lets us steal an hour, her attention, her peace and calm.. but at nights she jumps out of the girl and if you look behind her, in the dim light, you will notice that there are two pairs of footsteps taken in the sand. That's when she goes back home... free... free... 

Wednesday, July 27, 2016

the sea and the rhythym

may I never lose
that terror
that keeps me brave
—  Audre Lorde, from The Black Unicorn: Poems; “Solstice”

 η απουσία σου, η παρουσία σου, τα χέρια σου που δεν έχω, η φωνή σου που ξανάρχεται από την άλλη άκρη  ... είπες μια μέρα θα 'ρθεις να με κλέψεις ... 

βρήκα ένα γατί σήμερα το είχε χτυπήσει ένα αμάξι στο πόδι
τη γλίτωσε και πήγε και χώθηκε στη ρόδα από το αμάξι μου
είδαμε και πάθαμε να το ξετρυπώσουμε με το γείτονα
το έφερα στο σπίτι,  ήπιε λίγο νερό και δεν έφαγε
το χάιδεψα στο αυτί και όλο το παίρνει ο ύπνος σ' ένα πανάκι απάνω 
ξυπνάει γλείφει το πόδι του, το χαϊδεύω και αποκοιμιέται πάλι
έτσι έρχονται όλα αυτές τις μέρες, με έναν πόνο προς τα δω
με ένα βάσανο και θέλουν ένα χέρι να τα φτιάξει, ή έτσι μοιάζουν 

κι εσύ ; τι θες εσύ ; όλο ρωτάω ένα τι θέλεις ... όλο ρωτάω πώς ήταν η μέρα σου 

η Ντίντι είπε όταν φτιάξει το πόδι του θα φύγει, κι ας κοιμάται τώρα στο καλάθι μου
έτσι κάνουν αυτά, μη μπει στο νου σου να το κρατήσεις δεν θα μείνει
τώρα καταλαβαίνω γιατί παιδί μάζευα πράγματα, αυτά δεν φεύγουν 

κι εσύ ; τι θες εσύ ; όλο ρωτάω αν θα μείνεις ... όλο πονάει όταν φεύγεις, όταν λείπεις 

βάζω ένα ακόμη πανάκι στο γατί ... να μην του δώσω όνομα... φεύγουν αυτά ... 

Sunday, July 24, 2016

οι δύσκολες κουβέντες

Είμαι τρελή
Το ξέρεις αυτό.
Είσαι κι εσύ.
Οι τρελοί αναγνωρίζονται μεταξύ τους
γιατί έχουν έχουν την ίδια μυρωδιά,
ή μάλλον, σχεδόν την ίδια ... διαφέρουν στον τελευταίο τόνο
οι υπόλοιποι έξι είναι όμοιοι.

Κάθε λίγο και λιγάκι έρχεσαι.
Έχεις αλλιώτικο τον έβδομο τόνο σου.
Είσαι ένα αγόρι λαμπερό, με μάτια φωτεινά, χαμόγελο που αστράφτει.
Σε ξεφλουδίζω αργά και επώδυνα όπως μου ζήτησες,
Πρώτα η μαγκιά και η ακριβή σου αφοσίωση.
Αυτά τα δυο πιο πολύ μου τη δίνουν.
Είσαι ωραίος όταν καίγεσαι κι όταν πονάς.

Δεν θυσιάζεσαι λες.
Ας είναι. Θα το κάνω εγώ. Στα πόδια σου όλα.
Πάρε. Κάνε με χαρτοπόλεμο. Θες να κερδίσεις
και να χάνω εγώ; Έμπαινε. Κέρδισέ με, κέρδισ' τα όλα.
Σ΄άρεσε; Δεν έχει άλλο. Τέλειωσε. Τέλειωσα.
Αν θες ξανάλα.
Είμαι τρελή, είσαι κι εσύ. Το ξέρουμε.

Όποιος είναι να μείνει μένει και στα πιο δύσκολα.
Αυτές οι ρήσεις είναι μαλακίες να το ξέρεις.
Υπονομεύουμε αργά και σταθερά το ποιος θα μείνει.
Του κάνουμε μια προσφορά που δεν μπορεί να αρνηθεί.
Όσο αντέχεις δίπλα στους ανθρώπους τους κρατάς.
Σου τρέφουν μιαν απεριόριστη αδυναμία.
Λίγο άτυχοι να νιώσουν και τους πήρες με το μέρος σου, εσύ ο μεγαλόψυχος συγχωρητής.

Όποιος μένει, μένει και για το δικό του δρόμο.
Ίσως θεώρησε ότι συγχώρεσε κι αυτός εσένα
που είσαι τόσο μάπας για να συγχωρείς τον εαυτό σου
όποιος μένει, μένει μ' ευθύνη του
όποιος την κάνει, την κάνει μ' ευθύνη του
όλοι έχουν ευθύνες, και τις χειρότερες τις έχουν αυτοί που μένουν ανάμεσα στο μένω και στο φεύγω

Το νιώθεις ότι δηλητηριαστήκαμε;
Εγώ σου έφερα μια έπαρση παροιμιώδη
Αυτό ζητούσες να πιστέψουν όλοι για να πιστέψεις κι εσύ.
Και τώρα άρχισαν να πιστεύουν. Θεωρείς πως το έκανα εγώ
όμως το έχεις κάνει μόνος σου. Εγώ απλά έσπρωξα το καροτσάκι σου.
Εσύ μου έφερες έναν έρωτα.
Αυτό ζητούσα να δει κάποιος πέρα από το απόξω μου, για να δω κι εγώ.
Και τώρα βλέπουν όλοι. Θεωρώ πως το έκανες εσύ
όμως το έχω κάνει μόνη μου. Εσύ απλά είπες αυτό που ήξερα.

Σκατά ήξερες και σκατά ήξερα.
Να κοίτα πώς κολλήσαμε.
Εγώ να σε ταΐζω το ναρκωτικό της πάρτης σου, κι εσύ της δικιάς μου.
Να θέλω να μου λες είσαι ωραία μάνα μου, σε θέλω, μ' αρρωσταίνεις.
Να θέλω να με ψάξεις να χαζέψεις απ' την έλλειψη.
Να θέλεις να σου λέω έλα μπορείς, όλα τα καταφέρνεις.
Να θέλεις να σου δώσω αυτό το κλάμα του πιστού, το γέλιο του αθώου.

Να πάρουμε ό,τι μπορεί ο καθένας μας. Μέχρι να μας σωθεί.
Άκου ... σε θέλω εδώ, όπως με θες κι εσύ.
Πέρα από τα γελάκια και τα όνειρα.
Δεν ξέρω πότε θα σωθώ, αν θα σωθώ, αν θα τελειώσω.
Θα ήθελα για μια φορά να είναι τρομακτικό και άγριο και μεγάλο.
Έτσι γιατί η φάση μου είναι τέτοια. Είμαι τρελή.
Δεν ξέρω πότε θα σωθείς, αν θα σωθείς, αν θα τελειώσεις.
Είσαι τρελός, έτσι γιατί η φάση σου είναι τέτοια.

Μέσα σ' αυτό το μουρλαμένο περιβάλλον
το γεμάτο γαρύφαλλα και πιώματα και κάπνες
μέσα σ' αυτό το μακελειό από αγνώστους
που έχουν φάει τον άμπακο από ξεφτίλες
και σιωπές και γαμόσταυρα
υπάρχει πάντα λίγη συγχώρεση
αυτή εγώ τη γουστάρω ... εσύ ;


Κάθε Φλεβάρη, στα γενέθλιά της, τη θυμόμαστε και κάθε Φλεβάρη συνειδητοποιούμε πόσο μας λείπει. Αυτά είναι μερικά από τα λόγια της.

 «Δεν υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί, έξυπνοι και χαζοί, όμορφοι και άσχημοι, υπάρχουν μόνο άνθρωποι που αγαπήθηκαν και άνθρωποι που δεν αγαπήθηκαν» ήταν μία από τις μνημειώδεις φράσεις της αγαπημένης Μαλβίνας Κάραλη. 

Γεννήθηκε στις 3 Φεβρουαρίου του 1954 και έφυγε νωρίς, το 2002, στην ηλικία των 48 ετών. Όσοι τη γνώρισαν θυμούνται με νοσταλγία την πληθωρική προσωπικότητά της, που μπορούσε να συμπαρασύρει τα πάντα στο πέρασμά της. Μια γυναίκα που βυθιζόταν στον συναισθηματικό της πλούτο, λάτρευε το σουρεάλ χιούμορ, διέθετε οργή και πάθος. 

Τη ζωή της, παρότι διήρκεσε λίγο, θα τη ζήλευαν πολλοί, αφού ξεχείλιζε από εμπειρίες και πρόσωπα, στοχασμούς και συναντήσεις.   Όπως της άρεσε να λέει: «Εγώ γλίτωσα και δεν είμαι πλέον σαν κι εσάς. Και χόρτασα. Και λεφτά. Και οικογένεια κι αγάπη. Κυρίως αγάπη. Εγώ, που μέχρι πέρυσι, αν με άγγιζες ακόμα και εξ αποστάσεως, ούρλιαζα "πίσω μου σ' έχω σατανά". Εγώ χόρτασα. Έναν χειμώνα αγάπη. Μια άνοιξη ελπίδα. Κι ένα καλοκαίρι προοπτική. Ολόκληρο προοπτικές. Εγώ, η ξεγραμμένη. Χρειάστηκε να ξεγραφτώ για να μπορέσω και να συμμορφωθώ και να αγαπήσω και να αγγίξω και να ανταποδώσω και τα πάντα».   

Ας θυμηθούμε τη Μαλβίνα που αγαπήσαμε μέσα από τα δικά της λόγια:   

«Αυτοί οι τύποι, οι μικροαστοί, δεν σκέφτονται ποτέ τους να αυτοκτονήσουν, γιατί η ζωή τους ανήκει στον Θεό, αλλά στην ουσία επειδή δεν αποφασίζουν ούτε για τη ζωή τους ούτε για τον θάνατό τους. Είναι αμνήμονες εκεί που τους συμφέρει, αλλά, οραματιζόμενοι το μέλλον, δεν ζουν ποτέ ένα παρόν της προκοπής. Κάνουν μακροπρόθεσμα όνειρα που, κατά κανόνα, τα προφταίνει ο θάνατος. Χτίζουν ντουβάρια. Αγοράζουν οικοπεδάκια. Δεν ψάχνουν τσάντες, γιατί σπάνια ερωτεύονται και, όπως όλοι οι βλάκες, ποτέ δεν νιώθουν ανίσχυροι. Τρέμουν τις υποχρεώσεις, αλλά τελικά παντρεύονται μια υπομονετικιά, αφού την πρήξαν επί χρόνια τόσο, που δεν θέλει πια ούτε να τους χέσει. Κάνουν δύο μόγγολα, γιατί "ένα ίσον κανένα". Ή τρία, αν τα δύο πρώτα είναι κορίτσια. Και, βέβαια, τους αρέσουνε πολύ οι βιζιτούδες, τις οποίες πάντα ρωτάνε μετά το πήδημα: "Πώς ξέπεσες έτσι;"».   

«Υποπτεύομαι βαθύτατα όσους διαφημίζουν την ευτυχία τους, ακόμη κι εμένα, όποτε το έχω κάνει. Η απάντησή μου είναι: είμαι σχετικά καλά και είμαι ευγνώμων...».   «Ταξίδι σημαίνει ο κάθε δρόμος να σε πηγαίνει στην άκρη του εαυτού σου. Μέσα από το ταξίδι μπορεί ο καθένας να μάθει ποιος είναι. Ή, καλύτερα, ποιον ρόλο αντιπροσωπεύει στη ζωή του. Ποιος είναι ο ρόλος που του ταιριάζει. Μπορεί να είναι πολλοί. Διαλέγεις και παίρνεις. Ονειρεύομαι να ταξιδέψω παντού».   

«Εγώ τον έρωτα τον αντιλαμβάνομαι σαν την πιο φοβερή χειραψία προς τη ζωή».   

«Όλα συγχωρούνται, αλλά το να θέλεις να μεταλλάξεις το κατεξοχήν απρόβλεπτο πράγμα, τον έρωτα, σε κάτι προβλεπόμενο είναι η μεγαλύτερη ύβρις».   «Στα σίγουρα γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος, αλλά για μεγαλύτερη σιγουριά: το πιο ωραίο γέλιο ανήκει στα προσωπάκια που φτιάχτηκαν από πίκρες και από δάκρυα, από ξεφτίλες και στριμώγματα».  

 «Ο ταλαντούχος άνθρωπος, ό,τι κι αν κάνει, το κάνει εμπνευσμένα. Και η Κόλαση να σε περιμένει μαζί του, θα είναι μια παραδεισένια Κόλαση. Ενώ από τον ατάλαντο άνθρωπο να μην περιμένεις τίποτα καλό. Και ο Παράδεισός του ανούσιος». 

«Μπορεί να πέτυχα μόνο για να τη βγω στη μάνα μου. Επειδή ήθελα μόνο τη δική της αναγνώριση (...). Με τη μάνα μου ήταν κάτι τρομακτικό αυτό που συνέβαινε. Ήταν μια πολύ ωραία γυναίκα, η οποία είχε κάνει το σώμα της μια ανώνυμη εταιρεία και όλος της ο αισθησιασμός ήταν διαπραγματεύσιμος με βάση αυτό που έκανε για το σώμα της. Ευτυχώς, πέθανε νωρίς, πριν από τη φυσική φθορά της».   

«Δεν μ' αρέσουν τα σούπερ μάρκετ, ψωνίζω σε παντοπωλείο. Απ' όταν γεννήθηκα, έτρωγα πάντα πολύ καλά. Η γιαγιά μου είχε μέσα της τη χαρά της ζωής. Δεν θα σερβίριζε ποτέ ένα ολόκληρο μπούτι αρνίσιο στο τραπέζι – αυτό το πράγμα έχει τη θέση του μόνο στο βουνό. Μου έλεγε: "Δεν γεννήθηκες για να τρως τυρόπιτες. Αν πεινάς στο σχολείο, πάρε ψωμί και τυρί. Και το τυρί να είναι τέτοιο που να μην ιδρώνει". Αγαπώ την καλή κουζίνα και τη φιλοσοφία της».   

«Πέρασαν διαμάντια απ' τη ζωή μου που δεν πρόλαβα να εκτιμήσω. Σε μερικούς ανθρώπους βγάζουμε από μέσα τους ό,τι καλύτερο έχουν, ενώ δεν μπορούμε να γίνουμε ένα μ' αυτούς και εκ των υστέρων καταλαβαίνουμε την αξία τους. Ήμουν βιαστική, τσαλαβουτούσα. Είναι πολύ φυσικό. Τα τελευταία 5-6 χρόνια αρχίζω να εκτιμώ τους ανθρώπους και να αποδίδω ουσιαστικές τιμές».  

 «Ζούσα ας πούμε περίτεχνες σχέσεις, σμιλευμένες και εξωραϊσμένες, και έψαχνα να βρω τον μικροαστό πίσω από τα βουαλάζ παράθυρα, πίσω από τις κουρτίνες. Αυτό ήτανε μια νεύρωση χρόνων. Kοίταγα αυτές τις άθλιες νάιλον κουρτίνες και έλεγα τουλάχιστον ζουν εδώ, εδώ ανάβει ένα φως, ζουν ευτυχισμένοι άνθρωποι; Είχα μια εμμονή για την ευτυχία των ανθρώπων κάτω από τις κουρτίνες».   

«Το "σ' αγαπάω" των περισσότερων ανθρώπων σημαίνει: επενδύω σ' ένα άτομο, αγωνίζομαι να το μετατρέψω σε Σύντροφο, να το επιβιβάσω σώνει και καλά στην ίδια Σχεδία μ' εμένα... Άρα, αγαπάω θα πει: επιθυμία εγκατάστασης του άλλου στον τόπο που ορίζω και καθορίζω εγώ. Συμπέρασμα: Επειδή αγαπάω, δικαιούμαι να εξουδετερώνω κάθε αλλιώτικη διάθεση του άλλου, κάθε στοιχείο της δύναμής του που δεν εγκρίνω, κάθε επιθυμία του που είναι αλλιώτικη από τη δική μου, με δυο λόγια τον ξεδοντιάζω».


Wednesday, July 20, 2016

Νeos Kosmos

a few facts

It's half past three in the morning, July 4 
You've fallen asleep 
There's a mild breeze and the skies are clear
I get out of bed and step outside in the veranda
I'm wearing nothing but my underpants
I lit a cigarette
Someone is frying potatoes and the air smells
of fried olive oil. 
I look up, so many stars tonight, everything's still. 
I love this city. I left it in 2004. I have been missing it.
I'm standing among flower pots and white garden furniture.
Deppy's house is our home tonight. 
I turn and look at you.
You go from drowse to deep sleep and your sunburned body
breathes out. Your back is steaming. 
I go to the fridge, pick up some more ice-cubes. 
Upon contact they start melting. 
I blow gently and caress your skin. Better now ?
You smile and open your arms. Your index finger lies relaxed
and is pointing at me..
Come back to bed, sleep tight, I'm here
I'm here

inter *

today you took me on a ride with you in the car ... I love riding with you

- today it's sweetly raining over here,
- today it's sunny over here
- here is my beachouse and my town apartment
- here are the streets where I walk
- and here are mine
- are you sending me gentle rain?
- are you sending me sunshine?
- have a wonderful day
- have the best day ever
- call you later
- can't wait

a prefix occurring in loanwords from Latin, where it meant “between,”“among,” “in the midst of,” “mutually,” “reciprocally,” “together,”“during”

Saturday, July 16, 2016

παρηγορήσου ... ορίστε,  εδώ σε κρατάω 
δεν θα πέσεις 
ξάπλωσε στα πόδια μου, κοίτα με ανάποδα
σ' αυτό το ξένο σπίτι θα βρούμε ένα σπίτι 
κι εμείς, δικό μας έναν τόπο να μας χωράει
μη μου φοβάσαι, ξυπόλυτη περπάτα, πες τα
όλα πες τα μου όπως τα θυμάσαι ή τα νομίζεις
σου έπιανα τα μάγουλα και σου φιλούσα το
χαμόγελο, έλεγες είμαι δυνατότερος από εσένα
πόσο γελούσες και μαζί έκλαιγες, τι ήξερες που
εγώ αγνοούσα; αυτές τις μέρες που όλο έβγαζες
κι από έναν καινούριο ήχο, όλα καινούρια στ' αυτιά μου
δεν θέλω να σε συνηθίσω, εσύ κοιτάς τα άστρα ανάποδα
τα μάτια μου θολώνουν που τα βλέπεις όλα τους εκεί μέσα

μη φύγεις ... πήγαινε μα μη φεύγεις
είναι άλλο να πηγαίνεις κι άλλο να χάνεσαι
ποτέ δεν μ' άρεσαν τα παρακάλια
κι όλο απάνω τους σκοντάφτω
όμως πάρε... πάρε κι αυτό ...κι αυτό... δεν θέλω
δικό μου και δικό σου ... σκούρο κοκκινωπό, λιγάκι ξεβαμμένο
άσπρο βαθύ, θάλασσα και τρεις φορές δικιά σου και χίλιες
βγήκα σε μια τεράστια βεράντα κάτω από τον ουρανό
και κοίταζα μία τη νύχτα , μία εσένα, μην ξημερώνεις ακόμα
ήρθε και φτεροκόπαγε απ' το χέρι σου στα μάτια μου το χάδι
σου φύσαγα την πλάτη μπρούμυτα και οι δυο, μύριζες το λαιμό μου
έλα να παίξουμε ξανά, πες μου μια λέξη, τι λέξη είναι τούτη
μίλα μου μη σταματάς να μου μιλάς, πες όσα εσύ νομίζεις
όσα θυμάσαι πες μου τα όλα, τι ξέρεις που αγνοώ;
δεν πρέπει να σε συνηθίσω, έχεις τ' άστρα στα μάτια σου
κι εγώ ανάποδα κοιτάζω και τα βλέπω, γιατί χαμογελάς;

πέτα μακριά θέλω να πω ... φύγε και μην κοιτάζεις πίσω
το στόμα μου δεν με αφήνει ήσυχο, τι το 'κανες; τι έκανες;

Monday, July 4, 2016

Embracing you, I close my eyes, lose you anew,
Lover, wife. An aboriginal spin under the flesh

Of my lids reclaims a memory, a stopove, in, 
Of all  places, Αthena- the motel's TV

Dumbly blueing the room as  we made motel love,
Figuring well in flickering blueness.
Monet knew
Evening snow is blue and what he showed -his fields-
For us moves more than the eye to awe-we live

Beyond the eye  -he paints a world where we can be.

We're summering now, sweating, dried-out austere.

It's July, your month. Why is it

So late? As different and strange and beautiful
As you, my love, dear friend.
We're in a loom
And limbo of sheets, tightly unwrapping the skin
Of night together, sweltering. My moon-blind eyes

Uncover the long blue shadowed snowfields of Monet,
His gift to us. I discover you for the thousandth 
Time, and it's new.
I can hear the gods sneezing
In the blue above cypresses  punctuating Athenian 
Hillsides, sneezing, the gods who love love, for love 
Of us. I open my eyes, and you are you. 

untitled - may 2016

can you hear it at dawn ?
a sound like rain pounding on the roof
like some pipe leaking inside the building
or a laptop hyperventilating ?
it's the jays 
it's almost disturbing 
like they cannot go on sleep no matter what
they'll buzz on those trees getting up twice
or thrice in one night and nothing will do
they'll have whiskey and gin, smoking thousands
of cigarettes, check in on their touchscreens 
watch tv shows until it's too late or too early
last night it was Herbie the Love Bug
tonight god knows what it's going to be 
can you feel it ?
how the cold sits on my legs 
can you feel it when I/m talking to you
how hard I'm trying to hide 
that I'm the loneliest of places with the dirtiest 
of smiles? I'm insane, aren't I?
but you probably feel what it takes to go on doing the things
I do, just for a single chance to have you smile again
and can you do me this favour, drop me a line 
keep the chance going, don't leave just yet
you see, I need you, I haven't yet told you,
I haven't yet found you to tell you so... but I do

in these bones, these oversmoked guts
these new realities burst
no urgent rumpus of shoes kicked off
just a sound noiselessness
a pair of restless feet that have walked up and down
the street bare, dirty, the kind of dirt that's not filth
what my nose keeps reading on your skin
the breeze, the oleander bushes, salt (so much salt)
how my well-rehearsed isometrics of cool keep eating shit
what we saw, what our strange languages spoke
day one that I've grounded on this planet and how can I
measure this moment in a hotel with blue elevator doors
and blue duvets and shower-jels that smell of summer
nights in Poland
Si-gru Avenue - partly cloudy
but you are the Sun