Saturday, February 18, 2012

λατέρνα





- τι ντύνεσαι
τι φτιάχνεσαι
γιατί να στολιστείς ; 
τα τόσα σου και άλλα τόσα
δεν σου φτάνουν ;
στο δρόμο βγαίνεις 
έτοιμη, βραχνή 
να σου γυρίσουν το κλειδί 
και την ψυχή ανάποδα

- ναι,  μα όταν βγαίνω 
και στο δρόμο τους κυλώ
ανάμεσα σε όσους 
προσπερνούν 
και τάληρο δεν δίνουν
είναι και κάποιος 
που μ' ακούει 
από μακριά 
ο ένας μου 
που το τραγούδι μου 
του ανήκει _

Saturday, January 28, 2012

ο χρόνος σου τρέχει



IMAGES VIA Carol P. ArtBrazil - facebook 

ALBUM : Clarence Hudson White revisited



σιωπή, δουλεύει 
η καταιγιστική του μηχανή το κρύο τοπίο σου 
αν θέλεις πέρνα, αν θέλεις γδύσου, αν θέλεις ακούμπα τον 
στο τραπέζι σου στρώνει ένα μύθο και ένα καινούριο λοιπόν
αν θέλεις γράψ' του , αν θέλεις θύμωσε, αν θέλεις κλάψε
σιωπή, κοιμάται
στον ύπνο τραυλίζει όλα όσα του φανερώνεις
κρύψ' τα αν θέλεις, κόψ' τα αν θέλεις, θυμήσου τα αν θέλεις
σφίγγει τις άκρες των σεντονιών σου, σε γυρνάει ανάποδα
κατάπιε το σάλιο του αν θέλεις, κοιμήσου αν θέλεις, μείνε αν θέλεις
σιωπή, θα ξυπνήσει
σιωπή, θα σε φάει
σιωπή, δεν μιλιέστε
να βγεις απ' τον κάδο του
να πλακώσεις τη σβούρα του
τον εκμεταλλεύεσαι για να μη σε φοβάσαι
τα κάνει σκατά διαρκώς 
κι εσύ 
τον λυπάσαι 




Thursday, January 5, 2012

Η ΔΑΝΑΗ ΠΟΥ (ΔΕΝ) ΕΙΝΑΙ ΧΑΖΗ ΓΡΑΦΕΙ ...

http://xazhdanah.blogspot.com/2012/01/blog-post_04.html?spref=fb

photo : Jakob Tuggener -- New year'sday
The palace hotel - St. Moritz-1959


Προσγείωση φανάρι κόκκινο δεν έχω ανάσα βγάλε τα γυαλιά σου τραβάς χειρόφρενο κοιτώ τη θάλασσα μυριζεις όμορφα πλησιάζεις τα γέννια σου τσιμπάνε ευχάριστα το δέρμα μου με φιλάς πολύ αργά ω ναι είσαι πολύ θρασσύς το χέρι σου μέσα στο παντελόνι μου δε νιώθω τα πόδια μου πουλιά σηκώνονται πετούν άτακτα δεν έχει καθόλου κρύο τι όμορφα που είναι σε θέλω με κοιτάς τελειώνω πλησιάζεις ανάσες άσπρα σύννεφα τρέχουνε γελάς θέλω καφέ και να γλείψω το κουτάλι σου μα δεν θα στο πώ αέρας αέρας παντού τα μαλλιά μου χάλια ποιος νοιάζεται κανεις με κοιτάς βλέπω κάτι θα παραστήσω πως δεν το είδα ποτέ φυσικά και μπορώ φρουτένιες γεύσεις άθικτες τηλέφωνο δεν το σηκώνω να πάνε όλοι να γαμιούνται είμαι μαζί σου εγώ κι εσύ μονάχα φεύγεις δεν περνάνε οι ώρες φοβάμαι περιμένω στην πόρτα μυρίζεις όμορφα όπως χτες γέννια μαύρα μάτια ήλιοι μεγάλες μπουκιές μήλο και πορτοκάλι αέρας αέρας παντού πόσο σε θέλω μα δεν θα στο πω ας περπατήσουμε μουσικές δως μου το χέρι σου δεν θα σ' αφήσω λευκά σεντόνια κόκκινο δέρμα κόκκινα μαλλιά κόκκινες ανάσες νύχτα μαύρη θα ξανάρθεις και θα μυρίζεις όμορφα απαλό δέρμα κάτω απ' τα μάτια σου οι παλάμες μου μέσα στις τσέπες σου τι ώρα φεύγω δε θέλω να φύγω δε φεύγω μη μ'αφήσεις κάνε κάτι μα τι να κάνεις και συ ας πιούμε καφέ έχει ήλιο και σήμερα αέρας αέρας παντού πόσο όμορφα με κοίταζες να φεύγω συγνώμη πετάω. 

Monday, January 2, 2012

heaven is a just another idea

είχα πάνω από τρεις ώρες να επικοινωνήσω με το περιβάλλον_ πέραν μιας τακτικής αλληλεπίδρασης με το ποτήρι, το πακέτο και τον αναπτήρα, είχα αρθρώσει μια σειρά από "μ" (συμφωνίας) και "σθ" (μυρηκαστικού γέλιου) όταν έπιανα κάποια μισόλογα ενώ η πρώτη, και όπως πήγαινε το πράγμα τελευταία, φράση της βραδιάς ήταν "να σε χαιρόμαστε ρε" στον συνάδελφο πριν του φορέσω στην αγκαλιά ένα μπουκάλι ουίσκι. 

περνούσαν καλά όλοι αυτοί εκεί μαζεμένοι με τις μαλακίες τους και τις αναπόφευκτες κοινές τους εμπειρίες (τρανταχτά γέλια) θυμάσαι ρε μαλάκα τότε ... και .... γιατί όταν ... πωωωωω .... πού το θυμήθηκες αυτό; 

και πού κολλάς εσύ σε όλα αυτά; πουθενά_ και τι νομίζεις ότι κάνεις εδώ; γεμίζεις τα κενά του αέρα_ και πού θα μπορούσες να πας αλλού; αφού δεν έχεις φίλους, αφού σε έχουν όλοι χεσμένο, και ούτε ένας , ούτε ένας γαμημένος δεν σήκωσε το τηλέφωνο να σε πάρει να δει αν ζεις ή αν πέθανες... πριν χρόνια είχες ένα σωρό παρέες... στο στρατό είχες περισσότερες παρέες... είχες και φίλους, μαζί μεγαλωμένοι, ψωμί κι αλάτι και ματωμένα γόνατα, και ξενύχτια, και βόλτες και μηχανάκια, και κάμπινγκ τα καλοκαίρια, και γκόμενες, και μπάλα και μπύρες και κιθάρες και όλα τα σκατά του κόσμου... και τώρα ; ούτε για πλάκα ένα "έλα να βγούμε μέρες που είναι" ... μέρες που είναι,σε λίγο δεν θα 'χεις να φας, πάλι καλά που έχεις και τη δουλίτσα των 680 να βγαίνει κανά έξοδο, αλλιώς θα πήγαινες να ζήσεις με τη μάνα σου ... 
τι ξεφτύλα είναι αυτή ρε.... πώς άφησες τον εαυτό σου έτσι, και κοιτάς τον πάτο απ' το ποτήρι κι είναι το τζάμι πιο παρήγορο κι από ένα μάτσο ανθρώπους γύρω σου; και τι να τους πεις; εδώ δεν είχες τι να πεις στον Γρηγόρη_ τον είχες πρήξει όλο μέσα και δε μπορώ να βγω παράτα με, και δεν καταλαβαίνεις αδερφέ, εσύ έχεις και τον ποδόγυρο, τη μία πιάνεις την άλλη αφήνεις, πιο γρήγορα και από τα σώβρακά σου τις αλλάζεις, έχεις και τα πήγαινέλα σου με τα συναδέλφια, μαζεύεστε κάθε δεύτερη Τετάρτη και παίζετε πόκα και μετά πάτε και για τα ποτάκια σας και τα σουξεδάκια σας, εγώ πού να χωρέσω μ' αυτούς τους φλώρους; και σου είπε μία ο Γρηγόρης, και σου είπε δύο σου είπε πέντε, δέκα, μετά βαρέθηκε να λέει, έγινε η γλώσσα του σαν φούντα και σε παράτησε κι αυτός στην ησυχία σου, έχουν περάσει 2 βδομάδες και ακόμα δεν σ' έχει πάρει ένα τηλέφωνο να πει έλα ρε πάμε για μια μπύρα ο μαλάκας, να πει ρε καραγκιόζη έλα να πάμε να τα πούμε όπως παλιά, έτσι να σε τεντώσει μπας και ξεκολλήσεις ...
αντί γι' αυτό έχεις έρθει να ευχηθείς για τα γενέθλια στον άσχετο άνθρωπο, που αν είχες πάρει άδεια μια μέρα νωρίτερα δεν θα σε πετύχαινε στο γραφείο και δεν θα σε καλούσε καν...

απ' όλα τα σπίτια σε όλες τις γειτονιές ολόκληρης της πόλης, εδώ ήταν να συναντηθούμε _ η φωνή σου ανέβηκε από τη σκάλα και μου 'κοψε τη γουλιά στη μέση - αδύνατον είπα, μπορεί και να είναι ιδέα μου 

_ thank you jack daniels τζέντλεμαν Τζακ απ' το Τενεσί που σε χρυσοπλήρωσε ο Φώτης, κι έχω να σε κατεβάζω για να μην κάθομαι να την κοιτάω σαν μαλάκας να περισσεύει πάνω στα γόνατά του_

δεν με χαιρετάς καν,  με κοιτάζεις φευγαλέα λες και δεν με γνωρίζεις πια, σα να κάθισα δίπλα σου στο αεροπλάνο και σε στριμώχνει ο κώλος μου , λίγο ενοχλημένη και διόλου περίεργη,  και κάθε που γελάς ακούω στο κεφάλι μου να οπλίζεις μια θαλάμη 


πιάνεις ένα ποτήρι και του εύχεσαι με κάτι που όλοι γύρω βρίσκουν τόσο αστείο (έτσι το συνηθίζεις, να τους κάνεις όλους δικό σου ακροατήριο και να χάσκουν σαν ροφοί) 
ξεκαρδίζονται, ξεκαρδίζεται κι ο Φώτης, κι εσύ απολαμβάνεις το αποτέλεσμα του ελάχιστού σου κόπου


δε μου χρειάζεται καμία γη ν' ανοίξει να με καταπιεί, αφού μ' έχεις εσύ ξεράσει τόσο ωραία πάνω στο γύφτικο πλακάκι του γκόμενού σου, και το χειρότερο απ' όλα είναι ότι μου μοιάζει _ 


μου μοιάζει ο πούστης ο Φώτης σου, πολύ συχνά μου λέει πλάτη-πλάτη κάτι μαλακίες για τη ζωή του και τις επιδιώξεις του, που μου θυμίζουν εμένα όταν ήμουν μαζί σου, να δήθεν για κάτι ταξίδια που όλο λέει να κάνει, και ποτέ δεν έσωσε, για την κατάντια του με τα λεφτά και πόσο τρύπια είναι τα χέρια του και δε σταυρώνει τάληρο, πώς του αρέσει ν' αρμενίζει πότε-πότε και να μη θέλει άνθρωπο να δει, πώς όλο αναβάλει, όμως θα 'θελε, και άλλα τέτοια 


σα να λέμε, έφυγες από εμένα και πήγες κι έπεσες σ' έναν ακόμη σαν εμένα, δεν προόδευσες και τόσο κούκλα _ 


όμως ομόρφυνες, μάκρυναν τα μαλλιά σου, και έστρωσε το δέρμα σου, και όταν ανοίγεις το στόμα να φιλήσεις το ποτήρι πίνεις ακόμη άπληστα όπως τότε, και χαμηλώνεις το κεφάλι σαν να θες να σου σηκώσει κάποιος το σαγόνι και να σου διώξει την τρεμούλα που σου φέρνει το ποτό (πάω στοίχημα ακόμη δεν έχεις μάθει να πίνεις και ανατριχιάζεις με τη μυρωδιά του οινοπνεύματος) 


"καλό καλοκαίρι παιδιά, και Φώτη να σε χαιρόμαστε ρε, και του χρόνου διπλός" λέει η Ματίνα από τη μηχανογράφηση και σου κλείνει το μάτι, σα να σου λέει 'άντε μωρή κουφάλα, τον τύλιξες'  κι εσύ δεν απαντάς τίποτα, γυρνάς το μαλλί και σα να της κάνεις ένα νόημα "κόψε" και εκείνη κόβει _ μπορεί να είναι και ιδέα μου_  γαμώ τις πιθανότητες γαμώ εσύ μ' αυτόν ;_ 


(Τζακ απ' το Τένεσί πρέπει να με κάνεις γκολ απόψε - δεν θα δυσκολευτείς ιδιαιτέρως, έχω να πιω απ' την πρωτοχρονιά που κλάρωσα με την πάρτη μου και έκανα να φάω πέντε μέρες ύστερα) 


γιατί κορίτσι μου δεν έμαθες; γιατί μ' αυτόν τον πανίβλακα ; γιατί δεν έπεσες τουλάχιστον σε έναν να σε κάνει να γελάς, που σ' έχει εδώ και μία ώρα στα γόνατά του και κάθεται σαν μαραμένο σκατό με τα χέρια κατεβασμένα και κρατάει το κινητό λες κι είναι από διαμάντια ; γιατί; τουλάχιστον εγώ δεν θα ξεκόλαγα από πάνω σου, θα σου μιλούσα για τα πάντα, θα σε ρωτούσα τι φοράς μες την ψυχή σου, θα σου έκανα έρωτα ολόκληρες βδομάδες, θα σε πήγαινα σε θάλασσες και σε αεροδρόμια, απ' όπου έβγαινες θα σου κρατούσα την πόρτα, θα σου άναβα πάντα το τσιγάρο ... τον κόσμο όλο θα έσκαβα και με τα δόντια για να σε βρω αν έκανες να μου φύγεις 


πέρασε μία ώρα, δύο, τρεις, φάγαμε τα καναπεδάκια και τα μπιφτέκια του μπέρθντεϊ μπόι, είπαν όλοι να πάνε ένα μπουζούκι για χορό

εσύ μπουζούκια; έχεις καταστραφεί τελείως; 
εγώ, το ξέρεις, δεν θα ρθω_ αλλά και τι να κάνεις; να κάτσεις μέσα κι ο δικός σου να γυρίζει στις πίστες; κουβέντα δεν έριξες προς τη μεριά μου, αν έκανα να σε ερευνήσω έφτυνες πίσω από τον ώμο σου_ δεν σ' αδικώ_ σκατά τα έκανα, κι ας ήθελα τόσα για εμάς, κι ας σου είπα δεν μπορούσα να την παλέψω, σε γνώρισα τη λάθος εποχή, όταν δεν ήξερα την τύφλα μου, όταν κρεμόμουν από μια κλωστούλα, κι εσύ με τα βαμμένα δάχτυλα ερχόσουν και την έστριβες για να την κάνεις μάρτη για το χέρι σου, μου έμοιαζες τόσο άγρια, τόσο αδίστακτα παθιασμένη


με κοίταξες μόλις; μπορεί και να είναι ιδέα μου, γιατί το ξέρω πως σε έστειλα χωρίς ποτέ να σου πω το λόγο, τα κράτησα όλα μέσα μου , σου έλεγα δεν φταις εσύ, εγώ είμαι το πρόβλημα, και ήμουν _ μόνος, ντοπαρισμένος απ' τη μοναξιά μου, δικαιολογούσα τα φερσίματα λέγοντας ότι είναι όπως ο θάνατος : χρειάζεται να δεις πτώμα για να πειστείς ότι η ψυχή έχει πετάξει... ήμουν εξουθενωμένος, περνούσε η μέρα κι ένιωθα σα να είχα ζήσει μέσα της δυο χρόνια 


κι εσύ ήταν ανάγκη να με συνερίζεσαι; δεν ήξερες πως μερικές φορές σου έλεγα βλακείες, εν' γνώσει μου; ότι λέω πράγματα απλά για να δω πώς ακούγονται; το πρόσωπό σου τώρα έχει περισσότερες γωνίες ... μπορεί και να είναι ιδέα μουκαι τι να σου έδινα; σου έδωσα τα τρία μου, αυτό είναι το σίγουρο, τι μαλάκας, τι μαλάκας ! δε μ' έχεις συγχωρέσει ... άκου μπουζούκια που άκουγες Νίνα Σιμόν και δίπλωνες στον πόνο της φωνής της !


όπου φύγει-φύγει λοιπόν, χαιρέτησα τους γύρω, ευχήθηκα να περάσουν καλά, καλή συνέχεια, πολύχρονος και καλή άδεια, θα τα λέγαμε σε κανά δυο βδομάδες στη ρουτίνα μας (παλιόπουστα να πας να γαμηθείς)
αυτά δεν χωνεύονταν με τίποτα, σε ποιον να το 'λεγα και να με πίστευε ότι θα το 'τρωγα έτσι

λίγο πριν φτάσω στο αμάξι χτύπησε sms

ο άγνωστος αριθμός με ενημέρωνε

" σε σκέφτομαι , καληνύχτα "
ίσως να ήταν από εκείνα τα ψαρωτικά τα δήθεν, που σου κάνουν φάρσες κάτι άσχετοι να δουν αν είσαι γκόμενα και να σ' την πέσουν ...  κι αν ήταν εκείνη; δεν είχα πια τον αριθμό της , ίσως να είχα εκείνη την απίθανη δεύτερη ευκαιρία , ε; φαντάζεσαι ρε γελοίε , να σου έστειλε, να σε έχει διατηρήσει κάπως μέσα της; ύστερα απ' όλα αυτά ; τι να της πω; σκέψου μαλάκα, σκέψου ... κι αν δεν είναι;
ίσως να είναι απλά ιδέα μου ...

(ήχος από αλάρμ που αναβοσβήνουν)



Sunday, January 1, 2012

monsters



hers should wear faces
his willingly caged

they stopped shouting
a hundred other movements ceased

it wasn't boredom
what came on and kept on coming 

did he really think
one wrong was enough

the transluscently golden popcorn
grown from the grove of her body

and why
he pulled himself back 

squelching a signal
the one  they had not tamed

grown so invisible 
breathing on their fingers

terribly falling
like dirty snow 

Tuesday, December 27, 2011

junk mail




η πλάτη σου υπερκόσμια, θεατρική 
συχνά ρωτούσε αν σε θυμάμαι
κι εγώ 
θες από ειλικρίνεια
θες από βίτσιο
 της απαντούσα 
σε θυμάμαι
κι ας μην ήξερα πώς να ζω
 με αποσπάσματα ανθρώπου






Thursday, December 22, 2011

you snowed me





οι μηχανές σου δεν θα βρουν
το δίκιο τους στο λάδι

πάρε αιτήθηκες
είπα αποκλείεται

(μια κόκκινη εγώ με ένα μπλε σαν
εσένα, τι θα μπορούσαμε να γίνουμε;)

παίζαμε παρταόλα και βεζίρη
εντάξει ας κερδίσουνε τα μπλε

σε ρώτησα
αν μία μέρα σε κερδίσω τι θα κάνεις;

και παρ-αιτήθηκες _
είδες τι είσαι;







καλό μου
αρνάκι μου

εύχομαι να μου είχες γνέψει από παλιά
ίσως αν ήταν χρόνια η περίπτωσή μας

 να μη σε έβλεπα κουτό
που θεωρείς ότι κοιμάμαι κάτω από το χιόνι

ασφαλώς και το σήμερα
μια μέρα θα παλιώσει _








* source images http://piccsy.com/ 

Monday, December 19, 2011

ποδαρικό



πάντα η μάνα το ίδιο σκάλωμα την παραμονή : το ρόδι και την πέτρα και το κομμάτι του μπακλαβά 

- πάρτα, και επανέλαβε μετά από μένα φέρνω ... 

- ... ρε μάνα....

- πες το ! 

- φέρνω

- εμείς μετά σου λέμε : τι φέρνεις; κι εσύ λες: την υγεία, τη χαρά και τον χρόνο τον καλό

- ...ρε μάναααα.....

- άσε τα ρε μάνα στη μάνα σου 

- την υγεία, την αγάπη και τον χρόνο τον καλό, εντάξει τώρα; το είπα, τι κατάλαβες;

- πάμε πάλι απ' την αρχή

-φφφφφφ....

-πες το άλλη μία να το μάθεις και μην ξεφυσάς το ξετάζουν ...

- κι αυτό το ξετάζουν; τι δεν ξετάζουν πια; όλα τα ξετάζουν στον τόπο σου; 

- παιδάκι μου θες να μπει καλά ο χρόνος; πες το 

- φέρνω 

- τι φέρνεις; ( μήπως η μάνα μου είναι από τις συζύγους Στέπφορντ; η ευτυχία της όταν ρωτάει "τι φέρνεις" είναι απερίγραπτη)

-την υγείεια , τη χαραάα, και το χρόνο ... τον καλό !!!

- τι βαριεμάρα είναι αυτή! πιο ζωηρά ! το επαναλαμβάνεις τρεις φορές κι όσο το λες κυλάς την πέτρα

-πλάκα μας κάνεις ρε μάνα; δε μας χέζεις με το κωλορόδι και την πέτρα ; κι αν δηλαδή τα κάνω όλα αυτά θα μας μπει καλά; τι θα κάνει θα ξαναζωντανέψει ο πατέρας; θα βρω δουλειά; τι; άσε μας χάμω, ψωμί -τυρί δεν έχουμε, ραπανάκι για την όρεξη; χέστηκα για το γαμοποδαρικό, στα τέτοια μου και οι ευχές και οι αγάπες και ο χρόνος ... ποιος χρόνος ρε μάνα; ποιος; 

(παύση)
(παύση) 
(ανάσα μάνας)

- κι όταν τελειώσεις παίρνεις το ρόδι και το πετάς με δύναμη στο πάτωμα να σπάσει , αλλά να πας στο μπάνιο να μην πεταχτεί στα χαλιά ... είναι Περσίας, ξέρεις πόσο κοστίζει ένα τέτοιο χαλί σήμερα; ....  να το πεις με χαρά ...  και μετά παίρνεις το μπακλαβά και τον βάζεις κάτω από τη βρύση, και λες όπως τρέχει το νερό πάνω στη ζάχαρη, έτσι να τρέχει το καλό στο σπίτι μας, και η αγάπη και οι χαρές, και ....

- ..................................................................................... (???)

- τι με κοιτάς παιδάκι μου; τα θυμάσαι τα λόγια; άντε βγες τώρα έξω από την πόρτα, γιατί κοντεύουν μεσάνυχτα ...




Wednesday, December 14, 2011

;)



βάλε τα καλά σου χεράκια και παίξε
οι μετρονόμοι είναι για τους αβέβαιους 






You and Blue ---- Karl Patten



Embracing you, I close my eyes, lose you anew,
Lover, wife. An aboriginal spin under the flesh

Of my lids reclaims a memory, a stopove, in, 
Of all  places, Endwell, N.Y. , the motel's TV

Dumbly blueing the room as  we made motel love,
Figuring well in flickering blueness.
Monet knew
Evening snow is blue and what he showed -his fields-
For us moves more than the eye to awe-we live

Beyond the eye  -he paints a world where we can be.

We're summering now, sweating, dried-out austere.

It's August, your month. Your small blue flower
Blossomed this week, it's yellow fool's face

And skinny beard grinning out of mint and herbs
And vetch, bright in all that green. Why is it

So late? As different and strange and beautiful
As you, my love, dear friend.
We're in a loom
And limbo of sheets, tightly unwrapping the skin
Of night together, sweltering. My moon-blind eyes

Uncover the long blue shadowed snowfields of Monet,
His gift to us. I discover you for the thousandth 
Time, and it's new.
I can hear the gods sneezing
In the blue above cypresses  punctuating Delphi's 
Hillside, sneezing, the gods who love love, for love 
Of us. I open my eyes, and you are you. 



(Source: Southern Poetry Review, Fall 1991)

Tuesday, December 13, 2011

παθήσεις



οι υψηλοί βαθμοί μυωπίας συμφέρουν 
αν μου βγάλεις τα γυαλιά 
η εικόνα σου θολώνει _

άντε να κάνω να σε πιάσω ή να μιλάω μόνος μου_ 
άντε να με γελάει η μνήμη της οσμής σου σ' ένα ρούχο_
άντε να βγάλω μια ρυτίδα τόση δα στο κούτελο_
άντε να 'χουμε δράματα και πάλι _

μα στην καλύτερη των περιπτώσεων 
γίνεσαι ένα γλυκόχρωμο μποκέ 
γεμάτο αναμνήσεις χρωμάτων _




πέφτεις και σ' εκδικείται
με insomnia

σαν ερχόμουν από εκεί, λες, ήταν αλλίωτικα

ρωτάς 
"και τι έγινε με τα δικά μας;
τα τρυφερά πορνό
τα ασελγή τριφύλλια των χαδιών 
και της παράξενης αγάπης μας
τους δούλους τους οργανικούς;
πού είναι οι νύχτες μας;"

μην
κατσουφιάζεις 
δεν τις πούλησα
έφυγαν μαναχές τους
διότι έσκασαν οι ανάγκες σου
και βγήκαν τα μαμούνια
πήρε κάθε μαμούνι από μια ανάγκη στην πλάτη
και δρόμο τον ανήφορο _






Monday, December 12, 2011

απορίες


άνοιξα ένα σημειωματάριο τσέπης του 2008 κι έπεσαν από μέσα δυο εισητήρια αχτύπητα , γιατί τα είχα κρατήσει;


στις σελίδες του βρήκα διάφορες άχρηστες σημειώσεις, και διάφορες άχρηστες (;) γραμμές , οι πιο πολλές χωρίς ημερομηνία και με τελείως τυχαία σειρά

(*)
έλεγα πως οι τελετές έναρξης κάποτε θα έληγαν
χωρίς φαντασμαγορίες και φαναράκια θα μέναμε
με παλάμες καρουλιασμένες απ' το χειροκρότημα
μια ησυχία μόνιμη (έλεγα) θα μας άφηνε να ξύνουμε
ό,τι ξύνεται, να υποχωρούμε _ όπως πάντα βέβαια
όλη ενέργειά μας φεύγει απ' το στόμα

(*)
γιατί είπες "όχι" από την αρχή;
έτσι με ανάγκασες να πάρω το "ναι"
και νόμισμα δεν στρίψαμε_

(*)
όταν δεν θα θες να φορέσεις ρούχα
να κατεβείς στο δρόμο πουρός και ήμερος
τότε θα έρθει μια ανάμνηση σαν κουτάλι
κι όσο θα καθρεφτίζεσαι στο κοίλο της
θ' ανακαλύψεις πως έχεις ξεχάσει κάτι
σε μιαν άλλη εποχή _

(*)
μία νοσοκομειακή σημείωση

γιατί; αν δηλαδή εγώ
δεν κάπνιζα στο χώρο αναμονής
θα σηκώνονταν όλοι περδίκια;

(*)
down with spectacular expectations

(*)
δεν σ' άρεσε ο ύπνος σου
μα και ο ξύπνιος σου άδικος για όλους
να αδικείς και ν' αδικείσαι σ' έβρισκα
χωρίς το χέρι να απλώσεις και να πω
"εκεί _ από εκεί είναι το φως"
ήθελα να σε κάνω να χουφτώσεις τον
αέρα να πέσεις πάνω σ' έπιπλα
αν ήθελες να πιάσεις
εγώ τυφλόμυγα
εσύ κουφάλογο_

(*)
απλό είναι :
αν πας μαζί του θα μάθεις τι θα γίνει παρακάτω
μη και μετά αναρωτηθείς πώς δεν θα ήταν αν δεν πήγαινες,
αυτό δεν είναι απλό

(*)
τζάμπα μάγκας

πέφτεις πάνω τους κάθε μέρα
συνηθισμένοι δαίμονες
με ονόματα όπως
"είσαιακόμαεδώ;"
"μουχεςταξειμιαεκδρομή"
"κάποτεδεμεχόρταινες"
"γιατίδεναπαντάςαφούθεςναμέχεις"

τα πρόσωπά τους χάνονται
πίσω από πόρτες και παράθυρα
ενώ εσύ μαζεύεις τα μπαγκάζια σου
και προσπαθείς να βγεις όπως μπήκες
μόνος
κι έρχονται όταν κοιτάς από την άλλη
όταν πιστεύεις πως τακτοποιήθηκες
ή έστω προσπαθείς να καταπιείς την
περηφάνια σου

περνάς τους δρόμους
και να ο δαιμονάκος
λύνει ήσύχως το σουντόκου του
στο βαγόνι του μετρό απέναντί σου
σηκώνεις το βλέμμα και ενώ ξέρεις
πως όπου να ναι θα σου κάνει πάλι
το μυαλό σκατά, και την ψυχή σκατά
την ηρεμία σου σκατά και την καρδιά
δική του
θέλεις να τον κοιτάξεις
να δεις μέσα σ' εκείνα τα χρυσά
και ξεπλυμένα μάτια και να πεις
"τι θε ρε; συμβαίνει κάτι;"


(γιατί τα κράτησα; γιατί δεν τα χτύπησα;)


Sunday, December 11, 2011

games



ώρες-ώρες μιλάς σε άλλη 
γλώσσα,  τη γράφεις έτσι 
κορακίστικη 
για να μου δείξεις ότι 
απουσιάζεις
λες και δεν βλέπω 
τα  παπούτσια σου 
να περισσεύουν σε 
μιας κουρτίνας στρίφωμα 
στέκεσαι εκεί 
με πλάτη στο ανοιχτό παράθυρο
κι ούτε πηδάς 
μα κι ούτε το σφαλίζεις
πλευριτωμένο , ανόητο παιδί _


Thursday, December 8, 2011

The case of Joseph Campana / Poems from The Book of Faces





Queen Bee

Suffer them unto you , you say. You say bring them to me, bring them
bearing flowers, all the faces swarming near.

You love everything. You love to press your face in their dirt and still
rise, still rise luminous.

It should have been you hovering over, you sky, but you build a hive
of sweetness, an army of need.

It should have been you in that film, the one spring webs, stinging
out the competition.

But you were sweetness itself : without guile, without want. You honey
you wax, you wasp, you poison.

You left for the mutitudes - a bag full of slippers, a handful of dust.
You were queen of millions :

who needed mother, father, child ? Send another to the flowers. Bring
the queen her nectar.

Were I your son, your lover, your you, your others, would it have mattered?
You couldn't stop it for me.

How could you care for everyone, anyone?

How could you sting them over and over again and leave me to watch?

Suffer them unto you, you say. You say, who is not the child of my desire?




Lights

I will make you a desert.
I will carve it from the bones of your mother.
I will bring all waters to me and I will drink them.

With my hands I will grind sand from stone.
With my hands I will settle the sand over your face.
With my sand I will scour the flesh of the desert from your bones.

Draw you water from stone.
Draw your face in sand with water.
Draw you a face of water that smoothes out.

I withdraw my hand from the water that cools the air above your desert.

I will make a pilgrimage.
I will make my pilgrimage a crusade.
I wll ride out against the invading specters you fear as much as I do.

With you I have.
With you I have the courage, conviction. 
With you I have the strength to destroy in the manner you expect. 

Out of city or town,
Out of the cities and towns of the plains.
Out of the cities and towns of the plains despoiled to blazon your name.

I, without you, will not abide the burning of any desert and I will
reduce it to glass with my love. 




A History of Idolatry ( excerpt no5 ) 

Once I peered through the keyhole of a cliche' and you 
were there and so was I and imagine my surprise at 
eyeing the line of your belt to see your hand grasping
even tighter the darkening barrel of a loaded gun you
would never use on me (even if I asked) and imagine me
stooped there, kneeling, wondering if you held it tighter
than you would ever hold me. If you would ever hold me
at all : that was my only worry .



A History of Idolatry (excerpt no 8)

And Tertullian said : let the succulent objects die. And
Augustine said : yes but let me see them first. And
Tertullian said : let the spectacles die. And Augustine
said : yes indeed, I went to those and they were frenzy.
And Tertullian said : I myself will punish the makers of 
things for though they had no knowledge of the evil to 
which objects would be put they are still at the far end
of a chain of dangerous communicability and I am the
avenging angel placed here to take the hand from any
man who has mistaken the creature for the creator. And
Augustine said : let it be so for I have all the hooks and 
I will marry them to your flesh for they have in them
the very same weight, the very same ripeness, the exact
same slide, dissolve, fade. And Tertullian said : beware.
One could wrap oneself so thightly in sensuous being
that never would any surface or any texture or even any
feeling lay unconcealed. 




Thursday, December 1, 2011

loving strangers_



για κάποιο λόγο θα σκέφτηκε
έπρεπε ν' αποκεφαλιστούν χιλιάδες συλλαβές

οι υποτακτικές και οι μέλλοντες 
κι εκεί που οι φωνές μιλούν με τα μάτια κλειστά

λίγο - λιγότερο 
σιγά - σιγότερα  

έτσι δεν έβγαλε κιχ 
να μην ξυπνήσει η καρδιά  


Monday, November 28, 2011

ασκήσεις


να βλέπεις μα να μην αγγίζεις
ν' αγγίζεις αλλά να μη γεύεσαι

(διαόλου λόγια, μην ακούς)

(οξυ-γόνο του κερατά) 

breathe in- breathe out 
wax on - wax off
mister wolf
-----

ακόμη κι αν το διαμέρισμα 
στερούνταν ζεστού νερού
το αίμα αναζωογονούνταν 
με φονικά μικρά 
και τα σκοτάδια
φραουλένια



μου αρέσεις


τη θυμάμαι στο αμάξι, με τα μαλλιά να χορεύουν απ' τον αέρα, και τα τσουλούφια να μου κρύβουν το βλέμμα της, να μου κάνει ματιές μέσα από τα κοκκάλινα γυαλιά που είχε κλέψει (πας στοίχημα ότι θα το κάνω; και το έκανε) από ένα περίπτερο με τουριστικά_ 

μέχρι να φτάσουμε έκανε ένα σωρό παλαβομάρες
έβαζε τα δάχτυλα πίσω από τ' αυτιά της και πιάνοντας τον κάθε βραχίονα από την ακρούλα τα κουνούσε πάνω-κάτω ώσπου να ζαλιστεί και να γύρει στον ώμο μου, λύγιζε τον καρπό, θέλοντας να χουφτώσει μια μπάλα άνεμο, τον έπιανε και μου τον πετούσε σε "χιονιές", πλησίαζε το λαιμό μου με το μάγουλο και μουρμούραγε ξύνοντας μου τη φαβορίτα, κι όταν επίτηδες δεν της απαντούσα για να νομίσει ότι δεν της έδινα σημασία, την τραβούσε, ύστερα ανασηκωνόταν και καθόταν με τα γόνατα αγκαλιάζοντας την πλάτη του καθίσματος προσποιούμενη ότι μιλάει μ' έναν άλλον (θα με πιστέψεις αν σου πω ότι ζήλευα και το κάθισμα;), μου έδινε φιλιά και μου ανεβοκατέβαζε το φερμουάρ (πώς δεν καρφώθηκα σε δέντρο, άγιο είχαμε), άνοιγε το ντουλαπάκι και σκάλιζε όσα είχα κρύψει εκεί μέσα (την ηλικία του διπλώματος, τα κτέο που δεν είχα περάσει, μία κασσέτα με κομμένη κορδέλα που έγραφε "σ΄εσένα" δώρο ενώ παλιού μου έρωτα, κουπόνια βενζίνης, ένα κουτί καπότες ληγμένο από τ' αη-Μηνά), μέχρι και τα πόδια ανέβαζε στο ταμπλό, πράγμα που το άσπρο της σορτσάκι να διπλώνει και να τραβιέται και το χέρι μου να τρέμει και το στόμα μου να λέει αοριστίες για το τι περάσαμε μόλις, και ποιοι έζησαν εκεί, γενικά ένα χάος άχρηστων πληροφοριών μεταμφιεσμένων σε δήθεν γνώσεις για τον κόσμο

δεν πήγαινα γρήγορα _ πρώτον γιατί δεν μου αρέσει η ταχύτητα (μου φέρνει ναυτία) και δεύτερο και πιο σημαντικό γιατί ήθελα να αργήσουμε 

πώς αλλιώς να χαρώ αυτά τα γέλια και τις τσαχπινιές όσο το δυνατόν περισσότερο; αν χάναμε το φέρρυ, θα μέναμε στην προβλήτα να το κοιτάμε να απομακρύνεται, και θα έπρεπε να περιμένουμε εκεί άλλες τρεις ώρες μέχρι το επόμενο... εάν ο κόσμος γίνονταν πολύς θα είχε τόσα άλλα να κοιτάξει και ν' ασχοληθεί, να βγάλει φωτογραφίες μ' εκείνη τη μηχανή μιας χρήσης που κουβαλούσε παντού, θα έλεγε στάσου εδώ, κοίτα εκεί, πάμε πιο πέρα, κάποιοι θα την κοιτούσαν πλάι μου να χοροπηδάει και θα αναρωτιούνταν "τι κάνει αυτό το πλάσμα με τον χαλιαμπάλια...." ;

αργήσαμε
το χάσαμε 
θα περιμέναμε όπως το είχα προσχεδιάσει
τότε ανέβηκε στο καπώ, στηρίχτηκε στους αγκώνες της και με περπάτησε με ένα μοναλίζα ζμάιλ, κάτι ανάμεσα σε γαργαλητό και μυστικό καλά κρατημένο

- τι με κοιτάζεις έτσι; 
- μου αρέσεις ...
- γιατί; (μπορούσα να βρω αρκετούς λόγους για να αρέσω, αλλά όχι τον δικό της, ίσως να υποψιαζόμουν  δηλαδή και τον δικό της, αλλά καλό θα ήταν να μου έδινε μία κατεύθυνση)
- αν φροντίσεις να χάσουμε και το επόμενο, δεν θα σου πω, θα σου δείξω 


Saturday, November 26, 2011

(crickets)


πηγαίναμε
του σκοτωμού
βέβαιες 
κι άφοβες 
σαρκόδετες 
βολίδες 
ανθρωπαγρίμια 
θέλαμε 
να 
σπαραχτούμε
να 
μυρίσουμε 
σα 
να μου όφειλες 
και σα
να σου όφειλα
έτριξε ένα κλαδί 
ένας 
κίνδυνος
και 
γίναμε 
μπουχός ?  






Ίσως η απουσία να είναι παρουσία


Αγαπημένη Αν
Θα ήθελα 
Να δω 
Τα δάχτυλα των ποδιών σου
Όταν είσαι
Γυμνή.


Αυτό της απήγγειλε αρκετές εκατοντάδες φορές με τα μάτια, χωρίς να το σκεφτεί καν.

                                             Λέοναρντ Κοέν - Το αγαπημένο Παιχνίδι  (Βιβλίο 4)

---------------------------------------------------------------------------

είχαν ακόμη φαντασία να σπαταλήσουν τις μικρές ώρες, όταν τα βάθη των άλλων ανθρώπων θα ονειρεύονταν _ οι ύπνοι τους όμοιοι με μικρούς θανάτους δεν θα ήταν πλέον τόσο απαραίτητοι, αφού  θα επέτρεπαν στα δάχτυλα να ξεμπλεχτούν και στα στόματα να αναπνεύσουν μοναχά τους τον αέρα ενός γύρω δωματίου 

και τι ήταν ο αέρας του ύπνου άλλο από ένα "χώρια" , κρύο και απόλυτο και καταδικασμένο να εκλιπαρεί τους αχινούς των πρώτων τους φιλιών _ δεν έπρεπε να αποκοιμηθούν για να μπορούν να τον γεμίζουν χνώτα και κουβέντες και με τα σώματα να γίνονται ευσεβείς ο ένας του άλλου

είχαν και θα είχαν ιστορίες να διηγηθούν από άγνωστα τοπία, να τις διαδώσουν με απελπισία και στοργή από μάτι σε μάτι, από τα δόντια και τις πλάτες τους στα τρυφερά τους γόνατα και στις σπονδυλικές τους στήλες,  "να εδώ κρύβεται μια παιδική ηλίκια" , "να εκεί που χτύπησα", "να εκεί που σε άγγιζα κι ας μη το ήξερες" 

και τι ήταν όσα ήξεραν άλλο από όσα ήθελαν να μάθουν, αυτά που έβρισκαν να κάνουν κι αυτά που έκαναν για να βρουν πώς πάει ο επόμενος σκοπός, αν είναι σφύριγμα ή φυσαρμόνικα ή τρένο ή καράβι, να βρουν πώς γίνεται να βρίσκεσαι και πώς αν χάθηκες να βρεις τον τρόπο να γυρίζεις

και έξω απ' το παράθυρο να δρολαπίζει έναν περίδρομο , και το δρολάπι να φέρνει το χιόνι, εκείνο που όταν θα έβγαιναν πρωί να επιστρέψουνε στον κόσμο, να πάρει σχήμα απ' τα παπούτσια τους και να ανθίσει , και να ανθίσει 


Friday, November 25, 2011

δεν θέλω καρδιά μου να κλαις




το αυ-γω 
( ή αλλιώς, καμιά φορά η παλιά σου αγάπη είναι η καινούρια σου αγάπη)

κάθονται οι δυο τους πλάι-πλάι σ' ένα φανταστικό παγκάκι _ καπνίζουν τις αγωνίες τους παρέα _ είναι εκεί και είναι εδώ_ πολύ μακριά για αφή, πολύ κοντά για να μιλούν με τις ώρες_ συνεννοούνται με οράματα, ξεχνάνε ή ξεχνιούνται με μυρωδιές και βόλτες, ευγνώμονες που αντάλλαξαν μικρούς ακκισμούς, τα υπεράνω τους, τα περαιτέρω τους, τα μέσα-έξω _ 

- κι αν σήμερα δεν είναι όπως τα θέλαμε, ή έστω όπως θα μπορούσαν, δεν θέλω να κλαις 
- πιο εύκολα το λες παρά το κάνεις
- βλέπεις είμαστε σαν το αυγό, με τσόφλι εύθραυστο και αγαθό, με ασπράδι απευκταίο (γι' αυτό το χρησιμοποιούνε και στις δίαιτες) κι ο κρόκος μας είναι άλλοτε μια πέτρα και άλλοτε γλυκός , είναι ανάλογα πώς θα μας βράσουμε 
- τι έγινε, πεινάς;
- πεινάω, θες να ζήσουμε ;


Thursday, November 24, 2011

το μέτρημα


πέντε -δέκα - δεκαπέντε - είκοσι -εικοσ'πέντε - τριάντα
τριανταπέντε - σαράντα- σαρανταπέντε -πενήντα- πενηνταπέντε 
(δε με ακούνε πια, κρύφτηκαν)
ενενήντα - ενενηνταπέντε - εκατό !!!

ήμασταν τόσο μικροί και όμως κλέβαμε από το χρόνο του άλλου, υπολογίζοντας καλά  πόσο θα χρειαστεί ώσπου να γίνει καπνός , κλέβαμε να γλιτώσουμε το μέτρημα, τον ίσκιο της τρεχάλας, και τον απόηχο του "τα φυλάει πάντα ο ένας" 

εκείνο το σκληράδι 'αμπε-μπα-μπλομ' που καθορίζει ποιος θα κάνει το μαλάκα, και ποιοι τους δύσκολους να βρεθούν 

κλέβαμε κι απ' τον εαυτό μας_ μη ξέροντας (όμως αυτό δεν δικαιολογείται) ότι όταν μεγαλώνεις αραιώνει η παρέα και το παιχνίδι παίζεται με δυο _ 

μέτρα κι ως το εκατό χιλιάδες _ κλέψε όσο θες _  όποιος δεν θέλει να βρεθεί, δεν βρίσκεται _ 





       
(κι εμείς που λέγαμε πως είμαστε καθόλου πουλιά και πως ο αέρας μας χωρά μόνο σε ανάσες_ )




υπάρχουν δύο ευκαιρίες _ μια να χαθείς _ μια να βρεθείς _ ποια είναι τούτη;


δίψασες ; 
πιες με το χέρι
έτσι θα βρεις μες το νερό 
και λίγο άνθρωπο



στην άδεια παγοπίστα σου στριφογυρνάς, χορεύεις, χάνεις ανάσες, αναθεματίζεσαι, σηκώνεσαι και ξαναπάς, μια άγνωστη φιγούρα δοκιμάζεις, τσακίζεσαι σε μια γωνιά, ματώνεις , είσαι ένας υπερήρωας, ένας goofy που δεν είναι σούπερ, ρουφάς τη μύτη σου ηχηρά, θα κλάψεις ή θα σώσεις το πόδι, θα πνίξεις το θυμό σου ή θα σκάσεις με τον κώλο κάτω σαν σκατό _  κι όταν σηκώσεις το κεφάλι τι θα γίνει, αν κάπου εκεί στην κορυφή της δεξιάς κερκίδας το μάτι σου αντιληφθεί 
ένα κορίτσι καθισμένο; 


Wednesday, November 23, 2011

απλά



αύριο πάλι
μεταγωγές ύποπτων φράσεων
χυμένες απλά 
(σπαραξικάρδιες ; αναρωτιέμαι)




τι άλλο περιμένει 
αφού στα πόδια της αποκοιμίζεσαι

(αν τη ρωτήσεις και αντί για απάντηση σου πάρει το κεφάλι ;)

 πώς ύστερα να σκέφτεσαι οτιδήποτε άλλο
έτσι απλά, όπως ως τώρα είχες συνηθίσει




θα ...

ή πιο απλά : καταστροφή _



μπορείς
απλά δεν περίμενες και να θέλεις


Sunday, November 20, 2011

το status σου ... η ζωή μου (ατάκα κλεμμένη, να εξηγούμαι)


σκέφτομαι εκείνη την κουβέντα του φίλου μου του Νικόλα

Όταν συμφωνούσα ΄στην ειδοποίηση της σελίδας ότι πρόκειται να διαβάσω κάτι με ευθύνη μου, σκέφτηκα για άλλη μια φορά πόσο ανειλικρινής είναι η κοινωνία μας."  

αναφέρεται βέβαια στην ειδοποίηση του blogger που εγώ είχα επιλέξει να εμφανίζεται κατά την είσοδο, πάντα ευγενικά _ καταννοώ και επιθυμώ να συνεχίσω_  πάντα ευγενικά να προετοιμάσω τον επισκέπτη μου ότι ποιος ξέρει τι θα διαβάσει ... εάν δεν είναι τόσο βέβαιος/η ότι το επιθυμεί,  μπορεί και να μην δείξει κατανόηση_

τι σημαίνει αυτό; κακές λεξούλες; εικόνες για μεγάλα παιδάκια; ανορθοδοξία; αντίσταση σε ό,τι politically correct; (χρειάζεται να αναφέρω την πατρίδα/προέλευση της φράσης;) ή μήπως βλασφημώ το φύλο μου (σαπφίζω ή ντεμπωβουάρω; ή όχι για στάσου, μήπως πιάνω μία πόζα, ενός σπουδαίου κωλόπαιδου και αποφασίζω ότι ΚΑΙ εγώ θέλω λίγη αναρχία, έτσι για να ανέβει το κασέ μου;)

σιγά-σιγά θ' αρχίσω να αναρωτιέμαι τι είναι το blog και τι μου προσφέρει_ μεταξύ άλλων ...
  • βήμα; (άντε πες κι εσύ τη μαλακία σου να τελειώνουμε)
  • αντίβαρο; (εάν θα ήθελες να ισορροπήσεις τη μουγκαμάρα / την ανυπαρξία/ την τρέλα που σε δέρνει προχώρα και μη φοβάσαι τίποτα)
  • ψυχίατρο; (τα ανωτέρω δύο περιλαμβάνονται και κόντρα σε αυτά λίγη γαλήνη)
  • εκδότη; ( δεν έχει την αίγλη του χαρτοδέτη, του τυπογράφου, του ατελιέ, όμως έχει σελίδες, στίξη, τζάμπα εικόνες, χρώματα ... το κάνεις κλικ κι ανοίγει, ούτε καν το κουβαλάς..)
  • καθρέφτη; ( βγάλε το μέσα-έξω σου- κοίτα μούτρα)
  • φίλους; ( κάποιοι με τα δικά τους blogs, κάποιοι περαστικοί, κάποιοι τυχαίοι, κάποιοι που σε κάνουν να νιώσεις άνθρωπος, τυχερός, εκτιμημένος, ανεκτίμητος

οι ζωές των άλλων είναι δικές τους

οι λόγοι τους μπορεί και να συμπέφτουν με τους δικούς μου 

η απόγνωσή τους διαμοιράζεται (;)

οι όψεις τους ταξιδεύουν στο διηνεκές (;)

οι συναντήσεις με το κάτι που ο καθένας είχε, έχει, ή θα έχει  ενδέχεται να συμφωνούν με τον πηγαίο και ακαταμάχητο κυνισμό του Bierce, όταν έλεγε ότι ότι η ελευθερία είναι ένα από τα πλέον πολύτιμα αγαθά της φαντασίας μας  ;

ο Χρύσανθος (http://xrysanthos.blogspot.com/) έγραψε 

" Μας λείπει το ΠΑΘΟΣ, αυτό φταίει πού δεν καυλώνουμε μεταξύ μας !!!
Μαράθηκε, ξεράθηκε, έπεσε και τώρα το κουβαλάν τα μυρμήγκια για μαμ στην φωλιά τους.
Πάν' τα χάδια, πάν' και τα γλυψίματα...
Έχουμε Ακαυλίες ανύπαρκτε αναγνώστη και βολευτήκαμε άνετα πάνω σε αυτές, βλέπεις αρεσκόμαστε στην καθημερινότητα, στην αίσθηση του χλιαρού, την βρίσκουμε με τα ανούσια, γουστάρουμε σπίτι - δουλειά σε αιώνια επανάληψη.
Το Πάθος μας βάζει φωτιά και δεν το θέλουμε, γιατί η φωτιά φέρνει καύλα και όποιος είναι καυλωμένος δεν έχει όρια, τρέχει γυμνός ουρλιάζοντας για αυτό που αγαπά, για αυτό που πραγματικά θέλει.
Στην δικιά μας την περίπτωση όταν ήρθε ο Προμηθέας με φωτιά, πήραμε το λάστιχο και τον καταβρέξαμε, γιατί είμασταν ούγκα και ζοντόβολα, το πιάνεις ?"

λίγο η ατμόσφαιρα, λίγο το κρασί, λίγο τα λόγια του παπά...
θέλω να πω, δεν έχουμε ακριβώς ακαυλίες, θέλουμε να φαινόμαστε 'εντάξει' , άλλο αν στα κρεβάτια μας έχουν τεντώσει οι σούστες απ' τις γυρβολιές, γιατί εκεί είναι ο λάκκος της φάβας, δεν είμαστε πλέον αυτοί που το μοιράζονται, αλλά αυτοί που το απορροφούν και το κλώθουν_

θα μου πεις, τι λες βρε άσχετη, στην εποχή του share και του like, και του blogger ; ναι κάνουμε το share στο facebook, με μια κρυφοκατανυκτική αυτοσυντήρηση/αυτοάμυνα ... θα τους αρέσω; θα με εγκρίνουν; θα μου πουν "όπαλα μάνα μου;" ρε λες να φάω χώμα; ρε λες να με περάσουν για ανώμαλο;

τύψεις... τύψεις... τύψεις για όλα !!!

εντάξει, δεν είναι όλοι έτσι (σ' το λέω γιατί θα σκεφτείς ότι εσύ δεν είσαι καθόοοοολου τέτοιος τύπος) 
όμως είσαι, κι εγώ είμαι, έεεεελα παραδέξου το ... μια στάλα, έστω όσο πατάει η γάτα; αφού το ξέρεις και το ξέρω : του κασίδη το κεφάλι και της πουτάνας ο κώλος δεν γερνάνε ποτέ ... )

και γιατί σου τα λέω όλα αυτά; για να τ' ακούσω κι εγώ... όχι γιατί είμαι μάγκας, δεν είμαι_
το μόνο που κατάφερα, είναι να ξεκολλήσω την ταμπέλα "μπες με δική σου ευθύνη" , έτσι κι αλλιώς ό,τι κάνεις κι ό,τι δεν κάνεις δική σου είναι η ρημάδα η ευθύνη _ μήπως δεν την έχεις όταν ανοίγεις την εφημερίδα, την τηλεόραση, και το παράθυρό σου το πρωί; _