Monday, April 18, 2016

straight into the sunshine




Θυμάμαι που οδηγούσες, κόντρα λιακάδα, είχαμε τα παράθυρα κατεβασμένα κι έβγαζα το χέρι μου να χουφτώσω τον αέρα. Όταν δεν κοίταζες κοιτούσα τα μπούτια σου μισοιδρωμένα στο κάθισμα λίγο να σαλεύουν. Χαμπάρι εσύ δεν έπαιρνες. Όταν γυρνούσες να με δεις είχα κιόλας γυρίσει απ' την άλλη, είχα αλλάξει θέμα με το νου μου. 

Είναι Ιούλιος κι οι πόλεις βράζουν. Πέρυσι, πρόπερσι, μετράω τα χρόνια, κάθε χρονιά περνάει πιο γρήγορα απ΄τις άλλες. Εσύ μου το είχες πει αυτό, είχες πει ότι κάθε χρόνος θα τελειώνει όλο και βιαστικότερα, ποια έγιναν και ποια δεν έγιναν θα συνεχίσουν να συμβαίνουν ή να χάνονται και εσύ θα τρέχεις να τα πιάσεις, και κάποτε θα ρίχνεις μια ματιά πίσω απ' την πλάτη σου με μια διάθεση για αθεράπευτη εφηβεία, αλλά θα έχουν μείνει μόνο κάτι στιγμές, κάτι κοιτάγματα και τα μεγάλα πράγματα. "Γι' αυτό" είχες πει "κάνε μεγάλα πράγματα", εσύ που τα μεγάλα πράγματά σου τα ζούσες μ' εμένα  μισο-απόντα. 

Κατακαλόκαιρο. Πριν λίγες μέρες βγήκε το δίπλωμα. Μου είχες τάξει μια εκδρομή. Δεν σ' είχα πιστέψει. Δεν σε πιστεύω σ' όσα λες, όχι γιατί λες ψέματα (ποτέ δεν λες ψέματα) αλλά γιατί ονειρεύεσαι αλλά μετά ξεχνιέσαι. Κι αν δεν ξεχνιέσαι, κάνεις ότι ξεχάστηκες, αυτό δεν το κατάλαβα ποτέ σ' εσένα, την τόσο τυπική σου αναβλητικότητα. Όμως δεν έχει σημασία, εγώ είμαι εδώ ακόμα κι έτσι. Τούτη τη φορά το έκανες. Μπες είπες θα σε πάω εκδρομή. Πού πάμε ρώτησα; Θα δεις, είπες θα καταλάβεις όταν φτάσουμε. Νομίζω δεν υπάρχει σχέδιο. Αλλά ήρθα. Έχω πολλές φορές αρνηθεί μα όχι τώρα. 

Σου είπα θα σε πάω εκδρομή και δεν με πίστεψες. Όμως τώρα τα σκουλαρίκια σου χοροπηδάνε όταν το αμάξι ανασηκώνεται κι όταν μιλάς κάνοντας σχέδια με τα χέρια σου, ο ήλιος στέγνωσε τα μαλλιά σου και είναι πάλι τρελά, έτσι όπως γίνονται τρελά όταν στεγνώνεις μετά τη θάλασσα. Τι θα κάνεις μετά; Θα μου πεις ιστορίες; Όταν λες ιστορίες χάνομαι ανάμεσά τους, γίνομαι ένας απ' αυτούς που είδαν ό,τι είδες, σα να τις ζω κι εγώ τις λες. Δεν μου χρωστάς καμία τους αλλά μοιράζεις και σ' εμένα ένα κομμάτι, κι ας είναι από τη δικιά σου την πλευρά ειπωμένες, είσαι το μόνιμο βιβλίο που κρατάω και που μου φαίνεται ότι έγραψα κι εγώ. 

Άλλαξες και δεν άλλαξες. Κάτι από εσένα έχω συνέχεια μαζί μου. Το πάω και το φέρνω, το αφήνω και το βρίσκω, το αφήνω να αιωρείται και το κατεβάζω με το δάχτυλο, το σβήνω κι είναι πάλι εκεί. Τώρα κρατάς εσύ το τιμόνι, κοιτάς ευθεία και αριστερά σου, μέσα από τον καθρέφτη. Τώρα μπορώ να σε κοιτάω εγώ χωρίς να με βλέπεις, ή δίχως να μπορείς να κάνεις τίποτε γι' αυτό. Η θέση δίπλα σου έχει άλλη θέα. Δεν μ' ενδιαφέρει η διαδρομή και τόσο. Όπου κι αν πας σ' αυτόν τον τόπο, αν πας κοντά όσο εμείς θα βρεις τα ίδια δέντρα, τη θάλασσα και τις κοκκινισμένες πικροδάφνες πάνω στην εθνική. Όμως τώρα μπορώ να βάλω την πατούσα στο κάθισμα, να φέρω στο σαγόνι το ένα γόνατο και να σε βλέπω. Να γέρνω το κεφάλι στο παράθυρο, να κλείνω τα μάτια κι όπως έκανες κάποτε κι εσύ να κατεβάζω το τζάμι, να βγάζω έξω το χέρι μου και να χουφτώνω τον αέρα. 

- Τι είναι; 
- Τι είναι; 
- Θα μου πεις τι κοιτάς; 
- Έχει σημασία; 
- Όχι, 


Έλα πες ... 
(Πάντα έλεγες. Τόσα που δεν χωρούσαν στο κεφάλι μου, μόνο όταν σωπαίνεις δεν αντέχεται, κι ας λέω το αντίθετο). 

- Τι να σου πω; 
- Τι κοίταγες... 

Τώρα θα πεις μια ιστορία από αυτές. Ή θα μου περιγράφεις, με λόγια που εγώ δεν βρήκα ποτέ να ανταποδώσω τι βλέπεις σ' εμένα. 

- Σταμάτα να κατέβω. 
- Ε; 
- Λέω, μπορείς να κάνεις λίγο στην ακρούλα; 
- Στη μέση του δρόμου; 
- Ε όχι στη μέση, στην άκρη 

Τι θέλεις πάλι τρελή; Τι έγινε ξανά; Τι είπα και σε πείραξε; ή μάλλον, τι δεν είπα; Άντε να σταματήσω, να βρω μιαν άκρη να κατέβεις, ποιος ξέρει τι να θες; 

- Τι έπαθες παιδάκι μου; 
- Δεν έπαθα τίποτα, απλά αν γίνεται να σταματήσουμε. 
- Τι είναι; κατουριέσαι;  κάνω ένα γέλιο απ' αυτά που είναι μισο-γέλιο μισο-τι μαλακία είπα είπα πάλι. 
- Κάνε στην άκρη

Έτσι και μου χαλάσεις τη γιορτή, την εκδρομή μας, τη διαδρομή, σε σκότωσα. Ελπίζω να μην είναι από αυτά τα γυναικεία τα παράξενα που κάνετε, Αν και εσύ είσαι λίγο μάγκας, δεν κάνεις κόλπα, αλλά με ψαρώνεις - πάντα. Ελπίζω να μη θέλεις να γυρίσουμε πίσω. Θέλω να πάμε, να κάνουμε πράγματα. Σου το χρωστάω να σε πάω να κάνεις πράγματα. Εσύ μου έδειχνες, εσύ οδηγούσες, τώρα είναι η σειρά μου. Σου έχω τάξει μια εκδρομή, πλέον μπορώ να κάνω ό,τι λέω, υπάρχουν τα μέσα, καταλαβαίνεις; Δεν είμαι αυτός που γνώρισες τότε. Δεν είμαι πια παιδί. Παίζει όντως να σε έπιασε κατούρημα; Θα είμαι μαλάκας να ρωτήσω πάλι; Θα είμαι μαλάκας να μην κάνω στην άκρη. Άντε να δούμε τι είναι πάλι. Πλιζ μην κάνεις τίποτε παράξενο. Μην σ' έχει πιάσει κανένα μυστήριο γυναικείο κόλλημα. Αν και εσύ δεν έχεις κολλήματα, είσαι ένα αρχιδάκι κατά βάθος. 


Από την άκρη του δρόμου φαινόταν η κατηφόρα που έβγαζε στη θάλασσα. Έμοιαζε με αυτές που τόσο συχνά είχαμε παρκάρει το αμάξι (της) για να πάμε για μπάνιο. Μόνο που εδώ δεν είχε ούτε πλαζ, ούτε καρέκλες, ούτε λουόμενους, ούτε καντίνες, ήταν το πουθενά παράλιο δρομάκι, ανάμεσα σε πεύκα και ελαιόδεντρα. 

- Πού πας παιδί μου; της φώναξα απ' το παράθυρο. Πας τουαλέτα; Δεν άντεξα το είπα πάλι. Μου έκανε ένα κωλοδάχτυλο και χάθηκε ανάμεσα στα δέντρα. Ύστερα από λίγο άκουσα τη φωνή της θα πάρεις την κωλάρα σου απ' το κάθισμα; καθυστερείς !!! Έσβησα τη μίζα, κλείδωσα και κατέβηκα. Περίμενα να προσπεράσει ένα φορτηγό και πέρασα απέναντι. Δεν ήταν δύσκολο να ακολουθήσω το δρομάκι. Άφαντη όμως. Όσο χαμήλωνα οι γραμμές χάνονταν στο χωματόδρομο. Συνέχισα, πευκοβελόνες, πέτρες ως την παραλία. Δύο βγαλμένες σαγιονάρες, ένα σορτσάκι κι ένα μπλουζάκι τιραντέ. 
- Τι κάνεις ρε γαμώτο, κάνεις μπάνιο; 

Έπεσε πάνω στην πλάτη μου με τόση φόρα που σκιάχτηκα. Δεν πρόλαβα να βγάλω καλά καλά τα παπούτσια. Μου τράβηξε τη μπλούζα απ' το λαιμό, με έσυρε μέσα στη θάλασσα ως τη μέση. Τύλιξε γύρω μου τα πόδια της με κοίταξε γελώντας. 

Κι εγώ θυμάμαι τι σου έταξα είπε ανάμεσα σ' ένα φιλί βρεγμένο κι αλμυρό. Γυρνούσε το στομάχι μου. Ξέχασα ν' απαντήσω και τη φίλησα κι εγώ. Έκλεισα τα δεκαοχτώ εκεί. Straight into the sunshine. 



No comments: