Friday, February 26, 2016

Diane


Είχε περάσει κι άλλα τέτοια βράδια στην άκρη της πόλης. Από το βραχάκι μπορούσε να δει (ξανά) μέσα από τις τραβηγμένες κουρτίνες του απέναντι σπιτιού τον γιο και τον πατέρα μπροστά στην τηλεόραση. Ακολούθησε με το βλέμμα τον γιο. Με την πυτζάμα μισοκρεμασμένη στον πισινό πήγε ως την κουζίνα, έπιασε ένα κουτάκι κοκακόλα από το ψυγείο, επέστρεψε στην πολυθρόνα και βούλιαξε. Πρέπει να τον είχε παρακολουθήσει δεκάδες φορές στο παρελθόν να κάνει το ίδιο γιατί η σκηνή αυτή είχε πάψει πια να έχει τη χροιά του ντεζαβού και πλέον ήταν η πρώτη εικόνα που του έρχονταν στο νου όταν σκεφτόταν εκείνο το σπίτι. Χειμώνα-καλοκαίρι οι κουρτίνες ανοιχτές, χειμώνα-καλοκαίρι το ίδιο γαλάζιο φως στο σαλόνι, κι αυτοί να κάθονται κλεισμένοι εκεί μέσα περιφρονώντας την ομορφιά του μπαλκονιού, τη θέα όλης της πόλης από ψηλά με εκατοντάδες φωτάκια αναμμένα κάτω απ' το λόφο τη νύχτα, που τώρα μύριζε τσιγάρο, υγρασία, ανοιξίλα, νωπά βάτα, κυπαρίσσια και χωματόδρομο. 

Κρέμασε τα πόδια στο τοιχάκι πάνω από μια θάλασσα με φραγκοσυκιές. Στο περίγραμμά τους δεν μπορούσες να διακρίνεις τα άπειρα λεπτά τους αγκαθάκια, αυτά που όταν αγγίζεις το φύλλο χώνονται τόσο βαθιά στο δέρμα και δεν αισθάνεσαι κανένα πόνο παρά μετά από λίγο, όταν κουνήσεις τα δάχτυλα. Δεν το φιλοσοφούσε συχνά - η αλήθεια ήταν ότι δεν του άρεσε καν η ιδέα ότι το φιλοσοφούσε τώρα- αλλά έτσι ήταν και η απουσία της Νταϊάν, ένα ανεπαίσθητο τσίμπημα που ούτε έπαιρνες χαμπάρι πότε συνέβη, κι ύστερα έκανες να κουνήσεις τη ζωή σου και καταλάβαινες πόσο βαθιά είχε πάει το πράγμα. Έπαυες να κουνιέσαι και σταματούσαν όλα, και μόλις έφευγες δυο βήματα μακριά άδειαζε ο τόπος και έμενες με όλο και δυνατότερες σουβλιές. Μόλις ξεχνιόσουν σου την ξανάδινε και θυμόσουν τι πάει να πει ενόχληση. 

Κοίταξε δίπλα του το κενό. Τέτοια ώρα η Νταϊάν θα είχε πιάσει αυτή τη θέση, θα κάπνιζε το ένα τσιγάρο πίσω απ' τ΄άλλο, θα φλυαρούσε ασταμάτητα τραβώντας τις ιστορίες από τη μια άκρη ως την άλλη, πηγαίνοντας από τη θεωρία της για τη ζωή στη θεωρία για το σύμπαν, κι από εκεί στην ομορφιά του έναστρου ουρανού και στη μαγεία της τηγανιτής πατάτας, στις παιδικές της αναμνήσεις και σε οδηγίες για το πώς να μεγαλώσετε την αντρίλα σας, ή να τη χαμηλώσετε (ανάλογα πώς της είχε φερθεί εκείνες τις μέρες). Κάποιες φορές του μιλούσε για πράγματα που τον πονούσαν (αλλά δεν ήξερε πώς να της το πει, δεν έβρισκε τα σωστά λόγια). Όμως το χειρότερο απ' όλα ήταν όταν σταμάταγε και δεν έλεγε τίποτε. Ενώ πάντα είχε απαντήσεις, πάντα είχε χιλιάδες θέματα συζήτησης, όταν δεν μιλούσε, όταν απλά γυρνούσε και τον κοίταζε για λίγα λεπτά (που φαίνονταν χιλιετίες) μεγάλωναν τα μάτια της, και έβλεπε τόσο μέσα που τον γυρνούσε πίσω στην εποχή που του ζητούσαν να χέσει στο γιο-γιο και κάθονταν πάνω από το κεφάλι του να δουν αν τα κατάφερε.
Άλλοτε του ερχόταν να βάλει τα κλάματα, άλλοτε να κλωτσήσει, και κάμποσες φορές ξέχναγε ν' ανασάνει τελείως και τα δόντια του σφίγγονταν στο σαγόνι. Εκείνη το παρατηρούσε και έλεγε πόσο χαριτωμένο είναι αυτό που κάνετε τ' αρσενικά όταν σφίγγεστε και πεταρίζει αυτή η φλεβίτσα στα ζυγωματικά. Εκείνος πότε απαντούσε "μας τα 'χεις πρήξει" μ' αυτή τη φλεβίτσα, δεν το καταλαβαίνω ότι το κάνω", ενώ το καταλάβαινε, και πότε απλά γυρνούσε από την άλλη. Δεν ήξερε τι να κάνει μ' αυτή τη δήλωση, του φαινόταν οριστικά άχρηστη. 
Ύστερα περνούσαν οι μέρες κι έπιανε τον εαυτό του να το ξανακάνει, κι ενώ η Νταϊάν ήταν πολύ μακριά για να το δει, έφερνε το χέρι στο μάγουλο και έτριβε το σημείο, στην αρχή ασυναίσθητα και ύστερα λίγο πιο σκόπιμα, μέχρι που καταλάβαινε ότι καθόταν ένας μαλάκας που άγγιζε το σαγόνι του και κατέβαζε απότομα το χέρι. Λες και τον παρακολουθούσε από μια άκρη σηκώνοντας το ένα φρύδι, λέγοντας "είδες που σου είπα ότι το κάνεις;"

Τώρα είχαν πάλι περάσει οι μέρες, η αγκαθιά απ' το φραγκόσυκο είχε επιστρέψει και εκείνη ήταν κάπου ανάμεσα στα φωτάκια εκεί κάτω, Η ανοιξίλα είχε δώσει τη θέση της στην ψύχρα που τον έκανε να ανεβάσει την κουκούλα της μπλούζας και το φερμουάρ του δερμάτινου μέχρι πάνω. Ο πατέρας κι ο γιος έμοιαζαν να έχουν αποκοιμηθεί τελείως. Η τηλεόραση τους έκανε ένα τσαφ έσβησε αυτομάτως. Απόλυτο σκοτάδι τώρα. Μόνο εκείνος είχε απομείνει ζωντανός στο βραχάκι, να φυλάει τη νύχτα από την ερημιά της. Το σαγόνι του συσπάστηκε ξανά, αυτή τη φορά από μια ύπουλη θέληση να της τηλεφωνήσει, να της πει ότι δεν είναι ποτέ το ίδιο όταν λείπει. Όμως ήταν πολύ αργά ή πολύ νωρίς για εξομολογήσεις, δεν ήξερε. Μια άλλη φορά ίσως, όταν οι μέρες θα είναι πιο ζεστές, όταν ξανάρθει εκεί πάνω μαζί του, όταν θα έχει ξεχαστεί, όταν δεν θα 'χει πάψει να μιλάει και δεν θα τον κοιτάζει, όταν το άρωμά της τον χτυπήσει αρκετά στο στομάχι, ίσως τότε.. ίσως καθόλου, ποιος χρειάζεται μπελάδες σαν τη Νταϊάν στο σβέρκο του; Ποιος ... ;



No comments: