Tuesday, May 26, 2015

1161811221515

Τέτοιον αέρα έχει να σηκώσει χρόνια, ή έστω εμένα έτσι μου φαίνεται, ευτυχώς η σίτα εμποδίζει όλα τα σκατουλάκια της βεράντας να μπαίνουν στο σαλόνι (μόνο τη γύρη και τη σκόνη απ' τα κυπαρίσσια αφήνει, αλλά τι να κάνεις κιόλα), σκέφτηκα καλά κάναμε και τη βάλαμε τη σίτα. Έτσι όπως κοίταζα έξω τις πορτοκαλιές λάμπες (θα 'χεις ξανακούσει να λέω γι' αυτές, χρόνια τώρα το κάνω, απλά τώρα είμαι έναν όροφο πιο κάτω) έβλεπα κολλημένα πάνω της κάτι φτερά, κάτι φυλλαράκια, στο βάθος της το φοίνικα του απέναντι να χοροπηδάει και να βενταλίζει τα σπαθιά του. Αφοσιώθηκα στον αέρα που δεν τον λες και άσχημο για την εποχή, από τη ντάλα καλύτερος είναι. Επέτρεψα στα μπούτια μου να δροσιστούν, έβγαλα τα καλτσάκια και τέντωσα τα δάχτυλα όπως όταν θέλω να τα σπάσω να κάνουν κρακ. Τα ευχαριστιέμαι τα κρακ, αρκεί να τα κάνω μόνη μου. Κάποιοι μου το έκαναν επίτηδες στα πάνω και στα κάτω δάχτυλα και ήθελα να τους κλωτσήσω στο κεφάλι. Ποτέ μη μου κάνεις τα δάχτυλα κρακ, θα είσαι σαν αυτούς και θα σε σιχαθώ. Αν θες να πονέσω σφιξε μου τον καρπό, αυτό μ' αρέσει.

Απέξω κάτι μηχανάκια πάνε κι έρχονται, κάτι ταξί γουργουράνε το πετρέλαιό τους στο στομάχι μου. Αυτό που με αναστατώνει όμως και δεν με αφήνει να χαλαρώσω στην οθόνη απέναντι που παίζει την ταινία μου ήταν οι φωνές. Τη δικιά σου την αναγνωρίζω κι απ' το βήχα. Κάπως το φέρνει και περνάς από δω, πάντα κάτι θα γίνει και μάυρα ξημερώματα να 'ναι, και θα με πετάξεις στον αέρα. Ανάμεσα στις κάσες των ντελίβερι που κοπανάνε και ταρακουνιούνται στις λακούβες, πέρα από το φοίνικα στα σκαλάκια, στο παρκάκι σ' ακούω να γελάς. Να πώς μπορεί να χαλάσει ένας ωραίος αέρας, μ' έναν ακόμα ωραιότερο. Έρχεται απ' το λαιμό σου και κατεβαίνει στη μύτη μου, έχει αυτή την πικράδα στην οσμή και την υφάλμυρη, στυγνή τρυφερότητα της νύχτας. Αλλάζει ακόμα και τη γεύση απ' τα τσιγάρα μου, τα μυρωδεύει.

Τι τα θες, σκατά τα κάναμε πάλι. Εγώ με τις μεγάλες μου ιδέες, εσύ με τις μεγάλες σου τρομάρες, εγώ με τις αποκαλύψεις, εσύ με τα κρυμμένα σου. Τόσο ανάποδοι. Πας να πεις, σκαλώνεις, τα παίρνεις πίσω τα μισά, άλλα τα βγάζεις ολόκληρα σαν αυγά βραστά. Πάω να κρύψω, σκαλώνω, λέω πιο πολλά, βάζω κι άλλα, αλλά τα βάζω μισά σαν σπασμένες οδοντογλυφίδες.

Δεν θέλω ούτε να σε βρίσω, ούτε να σε δω, ούτε να σε χάσω, ούτε να σε αποκτήσω. Πάω να σ' αποχαιρετήσω και δεν μ' αφήνεις. Πάω να λυθώ και με θες δεμένη. Καταλήγω να γυρνάω στα σκοτάδια σαν κατσαρίδα, να κοκκαλώνω μόλις πέσει το φως απάνω μου. Εμένα που μ' άρεσε τόσο το φως, που γεννήθηκα για να ξυπνάω πρωί-πρωί και να νυστάζω μόλις σκοτεινιάσει. Πώς μ' έκανες έτσι; καλά την ξέρω την απάντηση σε άφησα να το κάνεις.

Είσαι ανυπόφορο ον απόψε. Έρχεσαι με την πρόφαση ενός αέρα και ξεπροβάλεις τα περίεργα μάτια σου από τη σίτα, με κοιτάς με το ένα έτοιμο να με σκοτώσει και το άλλο σαν μαλωμένο. Τι ήθελα και σε τράβαγα; δεν κράταγα εκείνη τη στιγμή, εκείνη τη ματιά ατράβηχτη μπας και τη θάψω σιγά-σιγά; Όλοι θάβονται να ξέρεις. Ακόμα και οι καλύτεροι. Ιδίως αυτοί. Αν δεν το κάνουμε θα τους αγαπάμε συνέχεια. Θα ονειρευόμαστε τα φιλιά τους και το κορμί τους, έτσι όπως το βλέπουμε όταν σκύβουμε μπροστά τους. Έτσι κάνουν κι αυτοί. Μας θάβουν. Θάβουν το κεφάλι μας, έτσι όπως το βλέπουν όταν σκύβουμε μπροστά τους, θάβουν τα χέρια μας που πάνε να τους καθαρίσουν το μελάνι με το γάλα. Λες δεν το κατάλαβα όταν συνέβη; Λες δεν κατάλαβα ότι με κοίταξες από μία γωνία που δεν μ' είχες ξαναδει και σου άρεσε η εικόνα; Λες δεν κατάλαβα ότι τα χέρια μου σου παλαβώνουν το σύστημα, ας μην ήταν ν' αφοσιώνομαι να βγάλω το μελάνι με το γάλα και το σφουγγάρι, ας μην μ' ενδιέφερε το ύφασμα και θα σου ορκιζόμουν ότι από μέσα το πόδι σου έτρεμε. Και το χέρι μου έτρεμε. Τουσέ. Αλλά θαφτήκαμε αμφότεροι γιατί έτσι είναι αυτά, όσοι αγαπιούνται αλληλοθάβονται μέχρι να είναι αδύνατο να ξαναβγούν στον αέρα και να ψοφήσουν παρέα. Έτσι για την απελπισία τους την κοινή. Ή μήπως μόλις καταλάβουν τι σημαίνει για τον καθένα ο άλλος σκάβουν τη λάσπη τους για να συναντηθούν; Δεν ξέρω. Δεν ξέρω αν έχω αγαπήσει ποτέ μέχρι να μείνω να δω τη συνέχεια. Τα είπαμε, τα νιώσαμε, αλλά τα πιστέψαμε; εγώ δεν σε πίστεψα όταν το είπες. Αλλά ήταν αργά όπως τώρα, και χρειαζόταν να ακούγεται μία γλυκιά κουβέντα τα μεσάνυχτα, υποθέτω. Αν σ' ακυρώνω, όμως, ελεύθερα πες ότι σφάλλω. Δεν μιλάς.

Ξύνω το γόνατό μου, μετά το μπράτσο μου. Όταν εκνευρίζομαι με πιάνει φαγούρα.

Σώπασες. Καλύτερα είναι έτσι, να δυναμώνει ο αέρας, να κοπανάει τις τέντες και να τρίζει η βρύση της πάνω βεράντας.

Κοίταξες πάνω όταν πέρναγες, έτσι δεν είναι; Έχω κλειστά τα φώτα επίτηδες. Αν πας όμως απέναντι, απ' το ύψωμα του πάνω δρόμου, και κοιτάξεις μέσα, θα δεις ένα φωτάκι του απορροφητήρα που είναι πάντα αναμμένο, ένα φωτάκι αρκεί για να βρίσκουν το δρόμο τους οι ξεστρατισμένοι. Όταν το δεις θα ξέρεις πού βρίσκεσαι. Θα ξέρεις ότι κάθομαι με τους ακώνες στα μπούτια σαν το διάολο, και κοιτάω αυτά που δεν φαίνονται απ' το δρόμο.

Urban series #1 - Volos - photo subjected to copyright 



No comments: