Sunday, December 21, 2014

some ol' fling




ρούφηξε έναν κρύο καφέ και σε χαιρέτησε
στο δρόμο έβλεπε κάτι πέτρινα λιοντάρια
κάτι ποδηλάτες έτοιμους να κυλήσουν
κοσμάκης χτυπούσε παλαμάκια 
ήσουν δεν ήσουν κάπου ανάμεσα; 
ελλείψει άλλης διεξόδου 
κόλλησε το χέρι στο τζάμι κι έκανε σ’ όλους 
"γεια" 



- διάβασε μου κι άλλες ιστορίες 
έτσι φωναχτά, τα γόνατά σου μπορούν να βαστάζουν κάποιο φαρδύ αόρατο κουτί πως τεντώνομαι όταν σκύβεις να καθαρίσεις τις λέξεις
- πως τα καλοριφέρ σωπαίνουν, πως το μπαλκόνι μας βλέπει σ’ ένα στενό, πως οι στάχτες χορεύουν και κάθονται στα ρούχα, για λίγο μάλαμα, για λίγο απ’ αυτόν τον καθαρό εαυτό, ζω και ξε-ζω   




κι εγώ πάντα σε επαναλαμβάνω
με το στήθος μου να μιμείται
το γούβωμα των χεριών σου 



μου τα ‘δωσες ‘κείνα τα ρούχα ή σου τα ‘κλεψα; 
ένα σπαγγάκι ήθελα, να βρίσκω την πόρτα, να επιστρέφω 




δεν μου αρέσουν τα τριαντάφυλλα_ κυρίως όταν τα λένε ρόδα, στην ποίηση, τα τριαντάφυλλα, στους ποιητές, τα ρόδινα και τα λευκά και τα άνθη και τα μπουμπούκια και τα σέπαλα, ούτε οι κάλυκες μου αρέσουν, οι μίσχοι και τ’ αγκάθια και όλα εκείνα που είναι ολότελα τέλεια ή κάθετα φθονερά, να κεντούν και να ματώνουν τα χέρια των παιδιών που τ’ αγαπούν ή βελούδινα να χαϊδεύουν τα χείλια των εραστών, δεν μου αρέσουν - προτιμώ τα καπνισμένα φιλιά , αυτά που πέφτουν όταν χωρίζεις και μένουν για μέρες στο στόμα, να σε πικρίζουν και να σου υπόσχονται πως θα ξαναβρεθείς _ ένας θάνατος για όσο ζήσεις 






να με θυμίσεις να τσαλακώσω τούτη την απόδειξη 
να τη διαλύσω γράμμα-γράμμα 
να μη με πρόσεξε κανείς ν’ απουσιάζω από τον κόσμο 
για όλους να ήμουν μόνο μια ανάμνηση που σκόπευαν απλά
να εγκαταλείψουν παρακάτω 
να με θυμίσεις να σ’ αφήσω 
την ώρα που τα μαύρα βλέφαρά σου ιχνηλατώ με το δάχτυλο
ενώ κοιμάσαι 
να κάνω πως δεν με πονά η πλάτη σου 
καθώς απομακρύνεται κάτω απ’ τα δέντρα 
πως τούτη η κίνηση που χύνεται στα πόδια μου 
θα με σώσει 




στη γλώσσα των μεταναστών, αυτή την άγαρμπη, άγρια προφορά που έχω μάθει να φοβάμαι, βρήκα λίγη παρηγοριά
γελούσαν, φιλιόντουσαν, και φτάσαμε έτσι στα διόδια 

θυμάσαι; κάπου εδώ με ξύπνησες όταν ερχόμουν και με ρώτησες αν φτάνω 
και ξέρεις, με ζήλευα γι’ αυτή την έκβαση, ζήλευα από τότε το ύστερα





και μπαινοβγαίνοντας στις γυάλινες κοιτίδες τους 
(τότε ακόμα ήταν δυο ξένοι)
ανθοφορούσαν οι συγγένειες, οι άγνοιες όπως πάντα
παρέμειναν ζεστές, πότε ένας δικός μας, πότε ένας από εσάς, ξεφύσαγε χωρίς να θέλει, του ξέφευγε ένας λυγμός αγνώστου προελεύσεως
στυλώνονταν μπροστά σε κάποιο ανοιχτό παράθυρο και κοίταγε_ τι κοίταγε; σα να ‘λεγε “κι άλλο εμπόδιο, πόσα εμπόδια σπάρθηκαν χτες τη νύχτα;” 
μ’ αφού δεν ξέρουν, κι εφόσον -πλέον- οι ευγένειες δεν κάνουν τίποτε, δεν έχει σημασία, αν ξυπνούν και ονειρεύονται όρθιοι
όλη η παραφροσύνη που μας χώρεσε, μας σκλήρυνε, μας θέλει 



θέλεις κι έναν άνθρωπο για να λέει ‘σε βλέπω’
σ΄αφαιρεί το φαρμάκι, σ’ ανάγκασε ν΄αγαπιέσαι 
θέλεις κι έναν άνθρωπο για να λες ‘σκατά βλέπεις’ 
κι εκεί είναι το πόσο μοιάσαμε
για λίγο 





2 comments:

Rick Forrestal said...

Love makes us dizzy!
( . . . which can be good, and bad.)

:-)
xx

Setty Lepida said...

I wish I could tell what love makes us or of us Rick , it surely doesn't leave us be ...