Saturday, November 22, 2014

ατονο συστημα


μπηκα εδω με σκοπο να σου ξεφυγω, να περασω τα συνορα 
κι οταν λεω συνορα εννοω εκεινη την κορυφογραμμη οπου μ' ανεβασες ενα μεσημερι και ειπες ελα περπατα πανω στις γραμμες κι αν σου κοταει σκυψε στη γεφυρα

οσο εισαι κοντα ειναι παντα περιεργα 
αλλες φορες ξεκιναω απ' το σπιτι και δε με νοιαζει τι θ' απογινουμε, σου απανταω σ' οσα με ρωτας με ειλικρινεια, αρκει να καλυπτω τα νωτα μου και να μη φαινομαι πως προσπαθω να κρυψω κατι, παω οπου με πας, με προφανεις διαμαρτυριες κι ας ειναι ολες μια προφαση για αντιρρηση - η αντιρρηση εχει παντα παθος μεσα της, και κανω το παν για να το νιωσω, το ξερεις ; το υποθετεις; το αγνοεις τελειως γιατι εισαι ακομα αφελης; δεν ξερω κι ουτε μπορω να το ψαξω - το ψαξιμο εχει παντα απαντησεις μεσα του, και κανω το παν για να μη τις παρω ακομα 

αλλες φορες παλι αρρωσταινω, με πατανε στο λαιμο κουβεντες που θελω να σου χαρισω, χερια που θελω να σε πιασουν, με πατανε στον οισοφαγο ολες αυτες οι ευαισθησιες που προκαλεις, η καλοσυνη και η ευτυχια της ειλικρινειας, αυτο το ξοδεμα σε ανωφελεις μικρες γκρινιες για τη ζωη, απλα για να το γυρισεις σ' ενα αστειακι και να βγαλεις γλωσσα σ' οτιδηποτε ειναι σοβαρο και δυσκολο να μιληθει, με πνιγει ενα εντρομο γιατι, γιατι δεν με αδραξες ακομα, γιατι αντεχεις, γιατι δεν λυνεσαι, γιατι δεν σωνεσαι, γιατι συγκρατεισαι, γιατι αν αντεχεις ολα αυτα εισαι ακομα εκει μαζι μου, τι φταιω να σε ανεχομαι να στεκεσαι εκει χωρις να κανεις τιποτε, και γιατι σου αρεσει τοσο να με εχεις για εσενα 

ειναι κι εκεινες που πονανε τα χερια μου, που λες και μου ρουφηξες το μεδουλι σου ζηταω να το φτυσεις πισω, γιατι ειναι μαυρος χειμωνας, γιατι κανει ψοφο, γιατι ειμαστε ενα μιλι μακρια απο τον κοσμο και κανεις δεν θα μας ακουσει να φωναζουμε, που εχουν παγωσει τα τζαμια και ιδρωνουν οι καθρεφτες και οι υαλοκαθαριστηρες τριζουν σαν νυχιες, και με αυτο σου το ατονο συστημα εχω προβλημα

γιατι αν ερχοσουν κατα πανω μου, με τα βαμμενα σου τα λερωμενα δαχτυλα και κραταγες το προσωπο μου, γιατι αν εβλεπα ολο τον ισκιο σου απανω μου, γιατι αν μπορουσα να μυρισω το ακρυλικο, την καρκινοβαφη οπως τη λες, γιατι αν μ' επαιρνες αγκαλια και μου δειχνες τα φωτα κατω στην πολη, γιατι αν με πιεζαν τα χειλια σου ν' ανοιξω, να ξεκολησω απ' το πως εμαθα να ειμαι και να γινω τρελη, γιατι αν με δεις οπως κανενας αλλος, τοτε τι θα εχω μυστικο; τι θα εχω που δεν ξερεις, για να το θες ακομα , να το περιμενεις, να σου κανει εκπληξη ; τι θα χω να το σπας σαν αυγο και να χυνεται απεξω; αφου τοτε θα ειμαι δικια σου και μονο; αφου τοτε δεν θα υπαρχουν διαφορες, θα εβλεπες ποσο μοιαζουμε, κι ισως εβλεπες και αυτο το κλαμα το αλλοκοτο που κανω οποτε νιωθω ευτυχια και ευγνωμοσυνη για την ομορφια της ζωης , ενα ευχαριστηριο κλαμα για εσενα που με εφερες εκει και μου ανοιχτηκες και μ' ανοιξες και εμενα και πως να τα καταφερω να συνελθω 

γι' αυτο φευγω 
να βγω απο τα συνορα αυτης της κορυφογραμμης οπου μ' ανεβασες, με τις κουβεντες σου που τοσο μου χουν λειψει, οπως τα ελεγες και εκανες προβα πως ακουγονται, και μια-μια πηγαν πισω κι εγιναν απαγορευτικες, και κινδυνευουν ολοι αν ειπωθουν ξανα 

ποσες φορες τις εχω λαχταρησει, διασκεδαζω μ' ολα σου, μα αυτες ακουγονταν οσο κοντα μπορουσες να βρεθεις σε μια κατασταση ανθρωπινη, οσο γυμνος ησουν εκεινη τη στιγμη κατω απο το σεντονι, τοσο σ' εβλεπα, και αλλο τοσο για τα οσα ποτε δεν εχεις ξεστομισει και διαβαζω στις σιωπες σου

σε βασανιζω οταν ειμαι διπλα σου, καταλαβαινεις; μου το 'χουν πει ξανα ποσο αδιστακτη ειμαι οταν μου αφαιρουν αυτο που θελω περισσοτερο , κι οσο εσυ υπολογιζεις τα γραμμαρια της φωνης σου, αυτης που την ακουω ακομα κι οταν δεν μιλας, μου υπενθυμιζεις το δικο μου το μαρτυριο, αυτο που θελει οπως πρεπει να συνεχιζω ενα δρομο και μια δυναμη, να λεω οχι σε εσενα που σε θελω πιο πολυ απ' ολα, να μη μ' ενδιαφερει τι σκατα θα κανεις, ποιος θα γινεις, και ποιος εισαι 

αρνηση
εκει μοιαζουμε κι εκει διαφερουμε

φευγω 
γλιστραω προς μια ζωη σαν τα βαγονια, διακεκομενη, σφυραω μακρια σου, σφυραω και σε σκεφτομαι να περπατας με τα δαχτυλα σου τα βαμμενα στις τσεπες, καταχειμωνο, και το σκουφι σου να κρυβει τις μπουκλες σου, και το κασκολ να σου καιει την κλειδα, και να χιονιζει ενω στεκεσαι κατω απ' τη λαμπα, κοντα στο σπιτι μου, κι ενω ειμαι μεσα και θελω να τρεξω να σε αγκαλιασω, να σου πω οτι σ' αγαπησα και δεν θ' αντεξω να σε χασω, το φως να σβηνω και να κουκουλωνομαι, να κανω οτι εξω δεν πεφτει χιονι, οτι δεν ειδα το αποτυπωμα σου, καινουριο και παλιο, οτι εχει ολο ηλιο και τα ιχνη θα ξεβαψουν 

σε σκεφτομαι να μη μ' εχεις γνωρισει καν, να σαι εκει κι εγω σε πληρη αγνοια, σ' ενα αλλο συστημα γεματο τονους και λεξιματα που αγνοεις η δεν καταλαβαινεις , να ξυνεσαι σε καποια αδιαφορη περιπτωση ανθρωπινης βαρεμαρας

ειδες καμια φορα βλεπουμε πως στον υπνο μας, μας χαιδευε ενα στομα ζεστο, εχουμε στραβοκοιμηθει κι εχει μουδιασει το ενα χερι, αλλα στον υπνο μας νομιζουμε οτι ειναι το σωμα καποιου που στριμωχνεται απανω μας; ετσι κι εγω νομιζω οτι καπου θα σε συναντησω, οτι δεν εχω τρελαθει ποτε μου για ν αρχισω τωρα, κι οτι ολα οσα νιωθω τα χεις νιωσει και εσυ 

γνωριζω οσα σε πονανε και σε θεραπευουν , για ονομα του θεου ειχαμε πει να τρεξουμε ο ενας στον αλλο ο,τι ωρα κι αν ειναι τα χριστουγεννα και να αγκαλιαστουμε εστω για λιγο










No comments: