Monday, September 16, 2013

in the city by the sea

Μπαίνεις πρώτος. Φυσικά και θα σου έδινα το προβάδισμα. Πήγαινε εσύ, έρχομαι εγώ.  Όχι για σε κοιτάξω πώς το έκανες. Για να μη δεις εγώ πώς. Είτε ήταν βάρκες, μάντρες, κάγκελα, ψηλά ή χαμηλά, από παιδί φοβάμαι το σκαρφάλωμα.

Ξέρω ότι θα γυρίσεις, να δεις αν τα κατάφερα, αν έμεινα έξω ή αν σε ακολούθησα, όμως σε ακολουθώ, θα ήθελα να συμβαίνει το αντίστροφο, αλλά με μερικούς ανθρώπους αυτό δεν γίνεται, είναι φτιαγμένοι για να τους ακολουθούν οι άλλοι,  όπως ξέρω ότι θα καταλάβεις γιατί δεν θέλω να με βλέπεις. Το γόητρο είναι μικρό όταν ο φίλος σου προσγειωθεί σαν το σκατό , σαν λαπάς. Και λέω προχώρα είπαμε, θα έρθω. Και μην κρυφοκοιτάζεις, προχώρα. Αν δεν ξεκουμπιστείς δεν περνάω, προχώρα.

Και άντε περνάω. Και τώρα είναι τα δωμάτια. Όλα ξεφλουδισμένα, τοίχοι, πατώματα, γεμάτα τρύπες, το ένα μέσα στο άλλο, το ένα πίσω απ' το άλλο, δίνες πορτών, γραμμένα από σκόνες.

Το Σίτι Μπάι δε Σι κοιμάται, βιασμένο από παντού, γυμνό, σάπια στρώματα, σανίδια, ντουλάπες ρημαγμένες, παντού κύκλοι σκασίματος που θυμίζουν προκατακλυσμιαίες, αυτόματες γραφές, σοβάδες σκασμένοι, ξεκοιλιασμένα ταβάνια, καλώδια, σκάλες γεμάτες ξεραμένα -ούτε θέλω να ξέρω τι, στέγνα και ησυχία απόλυτη πίσω από ένα λουναπάρκ της κακιάς ώρας.

Να σε τρομάξω; να κρυφτώ; εδώ ήρθαμε να κρυφτούμε, όχι από εμάς, από το θόρυβο, ήρθαμε για εσένα, για να 'σαι ήσυχα. Ήρθαμε , δεν ξέρω γιατί. Γιατί ήμουν πάντα όλο περιέργεια, πώς να'ναι αυτή η σταματημένη μηχανή από μέσα; Γιατί ήθελα να σου τη δείξω; γιατί βαριόμασταν στα σπίτια μας;  Τσιρίζουμε κι οι δυο. Μα δεν είναι σκοτάδι. Εκεί είναι όλο φως, όλο αχτίδες που προσγειώνονται στ' αθλητικά σου, αν κάνω λίγο πιο 'κει έχει τόσο ήλιο που στραβώνεσαι.

Κάποιος απέξω ανησύχησε, είστε τρελοί; τι κάνετε εκεί μέσα ρε παιδιά; σιγά μην του απαντούσες. Απαντάω για 'σενα. Θέλω να απαντάς εσύ για εσένα. Αλλά έτσι είναι κάποιοι άνθρωποι, είναι φτιαγμένοι για να απαντάς τις απαντήσεις τους.

Είμαστε είπε σαν φαντάσματα τώρα, από μια άλλη εποχή που κοιμάται, που αγνοείς, που χαζοξέρω, που πάει και πίσω δεν γυρνάει, ποιος νοιάζεται; Σκουριά και λέβητες, και φοριαμοί για τις στολές και τα παπούτσια των ανθρώπων που εδώ δούλευαν και δεν ακούγονται πια. Βρώμα, μια από εκείνες τις παλιές εφημερίδες με τσοντάδικα. Όλες τις αηδίες δεν φοβούνται να τις πιάσουν τα χέρια σου. Σηκώνεις το βρωμόχαρτο και μου το δείχνεις. Τα χέρια σου.

Στο δεύτερο όροφο έχει το καλύτερο φως. Εδώ. Όποιος ανέβει τα σκαλιά, με πλάτη τα κάθετα παράθυρα, θα βρει εσένα. Εσένα στον καθαρισμένο τοίχο. Μπροστά στο απαλό φως. Κάθομαι στη βεράντα σα να πήγα διακοπές. Κρεμάω τα πόδια κι αγναντεύω. Να μου θυμίζεις να μη φωνάζω ό,τι μου κατεβαίνει στο κεφάλι. Πιο χαμηλά, αλλά μίλα. Ας μη μιλάω. Καλό είναι να βλέπω και να μη μιλάω, όπως εσύ. Η σιωπή χρυσός. Αλλά έχω μάθει στο μολύβι ... όχι ας ξε-μάθω λίγο. Το Σίτι Μπάι δε Σι σ' έχει, κρυμμένο στο κέντρο του. Να το σκέφτεσαι αυτό όταν διαλέγεις που θα αφήσεις το κομμάτι σου;  Στα εντόσθια; στο κεφάλι; στο ένα πόδι ; πού ; Τι διάλεξαν σήμερα τα χέρια σου;

Αν το 'φτιαξαν για εμένα εκείνο το πρόσωπο στον τοίχο με το στραβό στόμα που φαίνεται ίσιο μόνο αν το κοιτάς από δεξιά, δεν ξέρω. Νομίζω το 'φτιαξαν ως εκπλήρωση ενός ευχαριστώ, αλλά είναι δικό μου τώρα, του 'δωσες τ' όνομά μου. Πάντα θα είναι , μέχρι να πέσει ο τοίχος θα είναι ζωγράφε, κι εγώ εκεί , θα το κοιτάξω ένα φεγγάρι πρόσωπο θυμωμένο, σαν εσένα. Να με κοιτάει σιωπηλό ζωγράφε και θυμωμένο, με το σαγόνι του να κάνει ένα σπασμό, και να μην ξέρω. Κάνεις πίσω, κοιτάς το πρόσωπο, δεν σου αρέσει όσο θα ΄θελες. Τίποτα δεν σ' αρέσει όσο θα 'θελες. Αν δεν το τράβαγα το πόδι μου όπως ερχόσουν θα με πατούσες. Αν δεν το τράβαγες το χέρι σου όπως το έβαλα, θα είχες καταλάβει ότι ο φίλος σου σε φοβάται. Γιατί έτσι είναι , φοβάται κανείς τους δικούς του ανθρώπους, αυτούς που πλησιάζουν την καρδιά του περισσότερο. Κι ας είπε μόλις, περάστε, βολευτείτε.

Το υπόγειο έχει πλημμυρίσει. Πόσο βαθιά; πού πήγαινε από εκεί; δεν θα το μάθουμε ποτέ. Ρηχά ή βαθιά δεν έχει σημασία. Το μαύρο έχει. Το σκοτάδι, κι ότι κανείς δεν θα βραχεί για να μάθει. Σκυφτοί πάνω από λιπαρά μεθεόρτια σπασμένου τσιμέντου, σίδερου και φθαρμένης μπογιάς βάζουμε ένα φακό που δεν δείχνει. Πετρέλαιο και στάχτη. Μα εσύ εκεί θα έμπαινες. Θα έμπαινες όμως είναι άλλο απ' το ότι μπαίνεις. Κι εγώ άμα είχα το θράσος, το θάρρος που έχεις να λες θα το κάνω , θα το έκανα. Θα έκανα λόγια. Η ομορφιά του αχρείαστου θάρρους.






2 comments:

Rick Forrestal said...

Thanks for sharing.
Love this song, this artist.
xx

Rick Forrestal said...

Love this piece.
Thanks for sharing.