Monday, November 28, 2011

μου αρέσεις


τη θυμάμαι στο αμάξι, με τα μαλλιά να χορεύουν απ' τον αέρα, και τα τσουλούφια να μου κρύβουν το βλέμμα της, να μου κάνει ματιές μέσα από τα κοκκάλινα γυαλιά που είχε κλέψει (πας στοίχημα ότι θα το κάνω; και το έκανε) από ένα περίπτερο με τουριστικά_ 

μέχρι να φτάσουμε έκανε ένα σωρό παλαβομάρες
έβαζε τα δάχτυλα πίσω από τ' αυτιά της και πιάνοντας τον κάθε βραχίονα από την ακρούλα τα κουνούσε πάνω-κάτω ώσπου να ζαλιστεί και να γύρει στον ώμο μου, λύγιζε τον καρπό, θέλοντας να χουφτώσει μια μπάλα άνεμο, τον έπιανε και μου τον πετούσε σε "χιονιές", πλησίαζε το λαιμό μου με το μάγουλο και μουρμούραγε ξύνοντας μου τη φαβορίτα, κι όταν επίτηδες δεν της απαντούσα για να νομίσει ότι δεν της έδινα σημασία, την τραβούσε, ύστερα ανασηκωνόταν και καθόταν με τα γόνατα αγκαλιάζοντας την πλάτη του καθίσματος προσποιούμενη ότι μιλάει μ' έναν άλλον (θα με πιστέψεις αν σου πω ότι ζήλευα και το κάθισμα;), μου έδινε φιλιά και μου ανεβοκατέβαζε το φερμουάρ (πώς δεν καρφώθηκα σε δέντρο, άγιο είχαμε), άνοιγε το ντουλαπάκι και σκάλιζε όσα είχα κρύψει εκεί μέσα (την ηλικία του διπλώματος, τα κτέο που δεν είχα περάσει, μία κασσέτα με κομμένη κορδέλα που έγραφε "σ΄εσένα" δώρο ενώ παλιού μου έρωτα, κουπόνια βενζίνης, ένα κουτί καπότες ληγμένο από τ' αη-Μηνά), μέχρι και τα πόδια ανέβαζε στο ταμπλό, πράγμα που το άσπρο της σορτσάκι να διπλώνει και να τραβιέται και το χέρι μου να τρέμει και το στόμα μου να λέει αοριστίες για το τι περάσαμε μόλις, και ποιοι έζησαν εκεί, γενικά ένα χάος άχρηστων πληροφοριών μεταμφιεσμένων σε δήθεν γνώσεις για τον κόσμο

δεν πήγαινα γρήγορα _ πρώτον γιατί δεν μου αρέσει η ταχύτητα (μου φέρνει ναυτία) και δεύτερο και πιο σημαντικό γιατί ήθελα να αργήσουμε 

πώς αλλιώς να χαρώ αυτά τα γέλια και τις τσαχπινιές όσο το δυνατόν περισσότερο; αν χάναμε το φέρρυ, θα μέναμε στην προβλήτα να το κοιτάμε να απομακρύνεται, και θα έπρεπε να περιμένουμε εκεί άλλες τρεις ώρες μέχρι το επόμενο... εάν ο κόσμος γίνονταν πολύς θα είχε τόσα άλλα να κοιτάξει και ν' ασχοληθεί, να βγάλει φωτογραφίες μ' εκείνη τη μηχανή μιας χρήσης που κουβαλούσε παντού, θα έλεγε στάσου εδώ, κοίτα εκεί, πάμε πιο πέρα, κάποιοι θα την κοιτούσαν πλάι μου να χοροπηδάει και θα αναρωτιούνταν "τι κάνει αυτό το πλάσμα με τον χαλιαμπάλια...." ;

αργήσαμε
το χάσαμε 
θα περιμέναμε όπως το είχα προσχεδιάσει
τότε ανέβηκε στο καπώ, στηρίχτηκε στους αγκώνες της και με περπάτησε με ένα μοναλίζα ζμάιλ, κάτι ανάμεσα σε γαργαλητό και μυστικό καλά κρατημένο

- τι με κοιτάζεις έτσι; 
- μου αρέσεις ...
- γιατί; (μπορούσα να βρω αρκετούς λόγους για να αρέσω, αλλά όχι τον δικό της, ίσως να υποψιαζόμουν  δηλαδή και τον δικό της, αλλά καλό θα ήταν να μου έδινε μία κατεύθυνση)
- αν φροντίσεις να χάσουμε και το επόμενο, δεν θα σου πω, θα σου δείξω 


2 comments:

Rick Forrestal said...

I love this photograph.

(And I love convertibles.)
(And sunny days.)
(And driving fast.)

xo

Sophie שרה Golden said...

Den exo diavasei tipota toso omorfo lately. Xeroume pos akoma katalaveno ta elinika, alla mou einai poly diskolo na milao kai to impress how lovely this story of yours is.
:)
Euxaristo!