Wednesday, November 16, 2011

Άντε και καλή τύχη


THE DRUNKARD

(This poem, recently recovered, was sent by me to my mother in the fall of 1923 accompanied by a letter in part as follows:
Dearest Mother: Here is a poem to set beside some of my «incomprehensible» latter work. I think you will like this one. It seems the sort of thing that I am going to do. Art is a curious command. We must do what we are bidden to do and can go only so far as the light permits. I am always earnest as you, if anyone, must know. But no doubt I puzzle you – as I do myself. Plenty of love from your son. W.)

You drunken
tottering
bum

by Christ
inspite of all
your filth

and sordidness
I envy
you

It is the very face
of love
itself

abandoned
in that powerless
committal

to despair

(FROM THE COLLECTED POEMS OF WILLIAM CARLOS WILLIAMS – POEMS 1923)
-----------------------------^----------------------------


Άντε και καλή τύχη


Κέντρο, μετά το μεσημέρι

Κρατάει κάτι. Τo κάτι είναι τυλιγμένο σ’ ένα μεγάλο κίτρινο φάκελο ταχυδρομείου δεμένο με κορδόνι. Το σφίγγει κάτω από τη μασχάλη του, όσο προσπαθεί ν’ ανάψει ένα τσιγάρο κόντρα στον αέρα. Ο αέρας δυναμώνει και του φέρνει το κασκόλ στο πρόσωπο. Στρίβει για να το αποφύγει. Το τσιγάρο σπάζει και το δάχτυλό του καίγεται από τον αναπτήρα. Γαμοσταυρίζει τον αέρα. Βρίζοντας πέφτει πάνω της.

Από τα αυτιά της κρέμονται δυο άσπρα καλώδια ακουστικών, μιλάει σα να τραγουδάει, μουρμουρίζει. Το ένα της πόδι κουτσαίνει ελαφρά σα να υποφέρει μέσα στο παπούτσι. Βαδίζει προς τη στάση των λεωφορείων. Το πόδι που κουτσαίνει, λυγίζει. Η σακούλα της φτύνει το περιεχόμενό της μέσα σε μια λιμνούλα βρώμικα νερά. Λυγίζει κι άλλο, πέφτει στα δεξιά, πέφτει πάνω του και μετά στο έδαφος.

Ζητάει συγγνώμη από ψηλά, δεν την είδε

Ζητάει συγγνώμη από χαμηλά , δεν τον είδε, και βάζει τα κλάματα

Νομίζει πως κοιτάζει κάτι που δεν έχει ξαναδεί

Ξέρει ότι δεν κάνει, αλλά συνεχίζει να κλαίει μπροστά σ’ έναν άγνωστο

Προσπαθεί να τη σηκώσει από το πεζοδρόμιο και της μαζεύει την τσάντα και τα λερωμένα ρούχα.

Λιποθυμάει.

Κάποιοι μαζεύονται γύρω και κοιτάζονται. Ίσως έχει υπόταση λέει ένας. Μπορεί να είναι έγκυος υποθέτει μια φοιτήτρια με κότσο. Ένας χοντρός με καπέλο και ομπρέλα στο ίδιο χρώμα βοηθά να της σηκώσουν λίγο τα πόδια, αγγίζοντας το μάγουλό της με το εξωτερικό του χεριού του.

Κοιτάζει το ρολόι του. Είναι μιάμιση. Θα αργήσει, θα χάσει το ραντεβού. Περίμενε μήνες για τη συνέντευξη. Είχε φιλήσει κατουρημένες ποδιές για τη συνέντευξη. Η συνέντευξη είναι η τελευταία του ελπίδα. Ο κύριος με το καπέλο και την ομπρέλα στο ίδιο χρώμα του λέει να της αγοράσει μια πορτοκαλάδα. (Γιατί δεν πάει αυτός να της την πάρει;) Βάζει το χέρι στην τσέπη. Πιάνει μια χούφτα ψιλά. Θα του χρειάζονταν για το μετρό. Θα αργήσει.

Συνέρχεται κι ανοίγει με κόπο τα κλαμένα μάτια.

Είναι πρησμένα, ταλαιπωρημένα, έχουν σωματίδια από γκρενά γύρω από την κόρη. Η φοιτήτρια με τον κότσο ανοίγει ένα μπουκαλάκι νερό. Βρέχει ένα χαρτομάντιλο που βγάζει από την τσέπη και της το δίνει. Ν’ αφήσουν την πορτοκαλάδα, συνήλθε. Οι υπόλοιποι αρχίζουν ν’ αραιώνουν. Η φοιτήτρια φεύγει τελευταία.
Τη βοηθά να ορθοποδήσει και της κρατά το χαρτομάντιλο. Μοιάζει να ζυγίζει όσο ένα χάρτινο ποτήρι. Χρησιμοποιεί το πακέτο του να κάνει αέρα. Την κρατά από τον αγκώνα και τη βάζει να καθίσει στο σκαλοπάτι του Ρεξ. Κάθεται κι αυτός. Καταλαβαίνει πως κοιτάζει κάτι που δεν έχει ξαναδεί.

Ντρέπεται, νιώθει αδυναμία. Δε τη νοιάζει τόσο η σακούλα ή το σπασμένο τακούνι. Θέλει να κλάψει πάλι. Του πιάνει το χέρι για να σταματήσει να της κάνει αέρα. Είναι παγωμένο. Μικρές φλέβες πετάγονται. Τα δάχτυλα είναι μαλακά όσο ένα ζευγάρι γάντια από καστόρι. Νιώθει πως κρατάει κάτι που δεν έχει κρατήσει ξανά.

Η φασαρία του κέντρου τριβελίζει τ’ αυτιά. Ένα τρόλεϊ φρενάρει. Ένα καροτσάκι με ψώνια ξύνει το βρεγμένο πεζοδρόμιο. Ο αέρας φέρνει μυρωδιές. Κουλούρια με σουσάμι, λιπαρότητα, βρώμα, δεντρίλα, λίγη άνοιξη . Το τρόλεϊ πετάει μια σπίθα και ξεκινάει από τη στάση πιο κάτω. Μπροστά στο σταντ με τα περιοδικά ένα πλακίδιο αναπαραγωγής μουσικής τραβά την προσοχή ενός παιδιού. Σκύβει, το μαζεύει και της το επιστρέφει. Η οθόνη του έχει ραγίσει και είναι θολή.

Μισή ώρα πριν
Στη Σταδίου κάποιος βούτηξε το πορτοφόλι μιας κυρίας που κρατούσε αγκαλιά ένα σκυλί. Σκέφτηκε πως αν έπρεπε ν’ αγοράσει σήμερα παπούτσια θα τ’ αγόραζε τώρα, πριν πάρει κάποιος το δικό της πορτοφόλι. Ζήτησε από τον υπάλληλο να τυλίξει τα δικά της σ’ ένα κουτί για να περπατήσει με τα καινούρια. Το αριστερό ήταν άνετο, λίγο άβολο το δεξί. Όμως είναι ωραίο να μπορείς να περπατάς πάνω σε τακούνια και να είναι η αρχή της άνοιξης. Προσπέρασε το μετρό στην Κοραή και διέσχισε το δρόμο. Φόρεσε τα ακουστικά για ν’ ακούσει το τραγούδι που κάποτε ήταν το τραγούδι τους. Φέτος θα περάσουν το χειμώνα χωριστά. Δεν του άρεσαν τα τακούνια γιατί την έδειχναν ψηλότερη από εκείνον.

Μιάμιση ώρα πριν
Στο σπίτι είχε αφήσει τα πράγματα στη θέση τους, όπως τα είχε τοποθετήσει η μητέρα του πριν χαθεί. Πήγαινε μια φορά την εβδομάδα και της πότιζε τις γλάστρες. Τη γάτα της την είχε πάρει στο δικό του. Ήταν όλα τακτοποιημένα εκτός από το στούντιο. Εκεί είχαν ξεμείνει οι πίνακές της και τα καβαλέτα, μισάνοιχτα τενεκεδάκια μπογιάς ξεραμένης στις άκρες, αυγοχρώματα, διαλυτικό, λερωμένα πινέλα, ποδιές και δίσκοι. Ζωγράφιζε και τραγουδούσε ένα παλιό σκοπό. Ζωγράφιζε γυναίκες μικροσκοπικές σαν τον εαυτό της. Ζωγράφιζε αγόρια με μπάλες και πατίνια σαν τον γιο της, αλλά δεν αποτύπωνε ποτέ της άντρες σαν τον πατέρα. Ήταν λιτή, υπογλυκαιμική, θαρραλέα. Επιβίωνε της απόρριψης του άντρα της με εξοικείωση. Ο πατέρας του μισούσε τον κόσμο. Έτσι φερόταν τουλάχιστον. Σα να ήθελε μονίμως να μένει μόνος του. Σ’ εκείνον δεν άρεσε η μοναξιά, ήθελε να είναι με κόσμο, να αστειεύεται, να μη μοιάζει του πατέρα. Επέλεγε να μπαίνει στο στούντιο αφού είχε ποτίσει τις γλάστρες. Τις τελευταίες μέρες πάσχιζε να θυμηθεί τον τίτλο από το αγαπημένο της τραγούδι. Κάποιο πρωί το βρήκε … το πέρασε στο κινητό του για καλή τύχη. Δεν είχαν περάσει λίγα λεπτά και το ο σκοπός κουδούνισε φέρνοντας νέα. «Σας περιμένουμε για εκείνη τη συνέντευξη. Θα ήταν καλό να μην αργήσετε. Παρακαλώ να έχετε μαζί σας αντίγραφο του πτυχίου σας, ένα λεπτομερές βιογραφικό, μια φωτοτυπία ... » είχε πει μια γλυκερή φωνή. Ορίστε ! Καλή τύχη λοιπόν ...


Είχε να τον δει δυο χρόνια, είχε κοιτάξει τις φωτογραφίες του, δεν είχε κλάψει, είχε τραγουδήσει παλιά τραγούδια τους, είχε ουρλιάξει, είχε γίνει κλισέ, είχε δοκιμάσει να πιει, είχε κάνει εμετό, είχε μετακομίσει στους δικούς της, είχε βγει με φίλους, είχε φωνάξει, τους είχε φωνάξει, είχε τσακωθεί, είχε περισσότερα χρήματα για τον εαυτό της, είχε σηκωθεί τη νύχτα, είχε σηκωθεί δυο μέρες μετά, είχε περπατήσει στην πόλη, είχε κλάψει πολύ, είχε ακούσει τα παλιά τραγούδια τους, είχε δει την άνοιξη, το καλοκαίρι, είχε δει το φθινόπωρο, είχε δουλέψει, είχε ουρλιάξει, είχε κάνει ένα βήμα, είχε κοιμηθεί, είχε δακρύσει, είχε πετάξει για τη Νίκαια, είχε βγει με φίλους, είχε πετάξει τ’ απομεινάρια του, είχε περπατήσει, είχε ηττηθεί, είχε κόψει τα μαλλιά της, δεν είχε κλάψει, είχε δουλέψει, είχε δει το χειμώνα, είχε χάσει μια δουλειά, είχε αρχίσει να πληρώνει τις δόσεις ενός αυτοκινήτου, είχε βρει εραστή, είχε αφήσει τον εραστή, είχε μελαγχολήσει για δυο μέρες, είχε βγει, είχε φωνάξει, είχε περισσότερο χρόνο για τον εαυτό της, είχε σκεφτεί να τα παρατήσει όλα και να τρέξει να τον βρει, είχε θελήσει, είχε ευχηθεί, είχε κοιμηθεί με τη σκέψη.

Ένα πρωί είχε αρχίσει η άνοιξη και χρειάζονταν καινούρια παπούτσια.


Θα ξεχάσει το τραγούδι της μητέρας

Θα ξεχάσει το σπασμένο i-pod και το τραγούδι τους

Θα προσφερθεί να της κρατήσει συντροφιά ώσπου να βρει ταξί

Θα προσφερθεί να τον κεράσει ένα καφέ στο πόδι ώσπου να βρεθεί το ταξί της


2 comments:

evi_athanasiou said...

νομιζω πως ο τιτλος τα λεει ολα..

καλη τους τυχη λοιπον..

οι δικοι τους κυκλοι αραγε έκλεισαν?.

καλο βραδυ με φιλια..

marco said...

Από τα πιο όμορφα ποιήματα που έχω διαβάσει ποτέ... μιλάω για όλο το κείμενο...