Sunday, September 11, 2011

Veinte años



Έψαχνε ακόμη το αριστερό της παπούτσι όταν χτύπησε το κουδούνι.

Ένας γκρίζος λύκος, στέκεται στην είσοδο με πόδια ανοιχτά, και τα χέρια στις τσέπες ενός χοντρού παλτού. Πίσω του ο αέρας κατεβάζει το πρώτο χιόνι παρασέρνοντας κομμάτια από εφημερίδες, νάιλον σακούλες, φτερά περιστεριών. Πριν κλείσει τα μάτια για να τον αγκαλιάσει, προλαβαίνει να δει το βιβλίο των σουντόκου βρεγμένο και σκορπισμένο στις τριανταφυλλιές. Σκέφτεται πως δεν έχει σημασία, θα αγοράσει ένα άλλο τη Δευτέρα. Αφήνεται .

Έψαχνε ακόμη τι θα πει όταν το δάχτυλό του πίεζε το κουδούνι.

Μια φακιδομύτη αλεπουδίτσα ανοίγει λαχανιασμένη αλλά με πλατύ χαμόγελο. Είναι ξυπόλυτη. Πίσω της ο αέρας είναι θερμός. Μυρίζει σουπιές κρασάτες, καφέ και μισοφέγγαρα λεμονιού. Ένα κομμάτι υγρής ακόμη ζύμης λερώνει την άκρη της παλάμης της και το σημείο απ’ όπου κρατά την πόρτα. Ετοιμάζεται να την καλησπερίσει όταν του ορμά.

Το λερωμένο χεράκι του αγκαλιάζει το λαιμό, το σαγόνι της κλειδώνει στον ώμο του, μια κόκκινη, φρεσκολουσμένη τούφα του γδέρνει τρυφερά τη μύτη. Ανακαλύπτει έναν παλιό σπασμό στο βάθος του στομαχιού του. Έχει χρόνια νιώσει την αρχή εκείνου του μυστήριου κολικού. Σκέφτεται αν πρέπει να την αγκαλιάσει κι εκείνος. Τυλίγει γύρω της τα χέρια του, αλλά δεν προλαβαίνει να την ακουμπήσει.

Ανακαλύπτει ένα ίχνος πικρής κολόνιας και ζεστού βαμβακιού στο γιακά του πουλόβερ,  αλλά συνειδητοποιώντας ότι το αγκάλιασμα έχει κρατήσει περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε, τον καλεί μέσα.

- Δεν είμαι καλή στην υποδοχή, σε άφησα να ξεπαγιάζεις

Μικρό το κακό, όπως βλέπεις είμαι καλά ντυμένος

- Και κόκκινος , βιάστηκε

- Περπάτησα από το μετρό, εξηγεί ενώ ξεκουμπώνει το παλτό, αψήφησα την ανηφόρα, ή μάλλον υπερεκτίμησα τις δυνατότητές μου …

Ρίχνει κλεφτές ματιές στο σουλούπι του. Εκ’ πρώτης όψεως φαίνεται νεότερος απ’ ό,τι τον περίμενε, οι μικρές ρυτίδες γύρω από το στόμα και τα μάτια αρνούνται να προδώσουν τα χρόνια του. Ζωηρά μαύρα μάτια. Ψηλός, φαρδύς κορμός. Κρατιέται καλά. Τον αφήνει να προπορευτεί στα σκαλιά και ακολουθεί τα πόδια του με το βλέμμα.

Από παιδί της άρεσε να κοιτάζει τα βήματα των άλλων και περισσότερο της μητέρας της, που ανεβοκατέβαινε τη σκάλα του σπιτιού τουλάχιστο δέκα φορές τη μέρα, συνήθως τραγουδώντας εκείνο το σκοπό.

"βέιντε άνιος τι θα πει, μαμά;"
- θα πει πως όταν αγαπήσεις κάποιον θα τον βλέπεις πάντα είκοσι χρονών

Δεν είναι σίγουρη αν τον έχει αγαπήσει, οπωσδήποτε του τρέφει μεγάλη συμπάθεια, και προφανώς θα της πάρει λίγο περισσότερο να τον φανταστεί είκοσι χρονών.

Στα τρία χρόνια που αντάλλασαν e-mails δεν θέλησε να του ζητήσει φωτογραφίες, αν και της πέρασε από το νου χιλιάδες φορές. Κυρίως κάτι παγωμένες εβδομάδες που όλα πήγαιναν στραβά, ένα μικρό δείγμα, ένα μικρό εικόνισμα για να πειστεί ότι δεν είχε γράψει στο κενό. Κι αν άλλαζε γνώμη; Κι αν όλη αυτή η διαδικασία του εκ’ του μακρόθεν δούναι και λαβείν τον κούραζε, κάνοντας τον να αποφασίσει ότι έπρεπε να σταματήσουν; Να μην έχει τουλάχιστο δει το πρόσωπό του; Τι πιθανότητες θα είχε να τον αναγνωρίσει αν κάπου-κάπως-κάποτε, σε μια παράλογη συμφωνία συγκυριών τύχαινε να περάσει από δίπλα της; Όταν όμως την τελευταία μέρα κάθε μήνα, έβλεπε το όνομά του στα εισερχόμενα, ηρεμούσε. Θεωρούσε ότι ήταν δυνατό να περιμένει λίγο ακόμα…


- Την τελευταία μέρα κάθε μήνα;

- Ναι έτσι έχουμε συμφωνήσει…

- Δεν το καταλαβαίνω, έχετε συμφωνήσει; ούτε ένα τηλέφωνο; Είναι ό,τι πιο εύκολο.

- Στην αρχή ήταν δύσκολο και για εμένα να το καταλάβω. Αλλά…

- Αλλά;

- Δουλεύει διαρκώς και …

- Τι σόι δικαιολογία είναι αυτή;

- Όχι, είναι καλά… δεν μου ταιριάζει άλλωστε να κάθομαι πάνω από ένα μηχάνημα προσδοκώντας. Είναι προτιμότερο να ξέρω ακριβώς πότε να περιμένω κάτι. Εάν δεν έρθει το μήνυμα θα ξέρω ότι κάτι δεν πάει καλά, οπότε μπορώ να ανησυχήσω…

- Είσαι για δέσιμο !

- Αυτό είναι κάτι που δεν διορθώνεται, αν ισχύει, οπότε…

Ο ίδιος διάλογος είχε επαναληφθεί κάμποσες φορές με τους φίλους και σε διάφορες αποχρώσεις. Μετά τον πρώτο χρόνο σταμάτησαν να ρωτούν ή να επιμένουν, και αποδέχτηκαν το σύστημά της μαζί του σαν κάτι δεδομένο. Ήταν βέβαιη ότι συνέχιζαν να μη το θεωρούν φυσικό, αλλά το σέβονταν.

Άλλωστε ήταν αυτός ο σεβασμός που είχε χτίσει γύρω από τη διαδικασία, που της επέτρεψε να τους μιλάει για εκείνον και τα όσα μάθαινε. Τα ηλεκτρονικά του μηνύματα σύντομα έγιναν πολυσέλιδα γράμματα, για τα μέρη όπου ταξίδευε και τις μικρές ή μεγαλύτερες περιπέτειές, για τις δουλειές που άφηνε στη μέση από χούι, για τις αγαπημένες του τροφές και μουσικές, για τα βιβλία του, για τους παιδικούς του φίλους και τους συνεργάτες, για τις ατυχίες του επαγγέλματος, για τα Χριστούγεννά του κοντά σε παράξενες φυλές, και για τις νύχτες του στους δρόμους των πόλεων, για τις ιδιοτροπίες του (είχαν πολλές κοινές), για το πώς και για το τι. Κάθε γράμμα ήταν μια αλλιώτικη ιστορία, με την οποία αποκοιμόταν την τελευταία νύχτα κάθε μήνα.

Ανεβαίνει ένα-δύο-τρία-τέσσερα-πέντε σκαλιά. Οι τοίχοι του χολ είναι γεμάτοι φωτογραφίες. Κάποιες πολύ παλιές, κοκκινισμένες, ροδαλές, κιτρινωπές, ασπρόμαυρες. Άλλες ζωηρόχρωμες, θαμπές, επεξεργασμένες, αποτέλεσμα των φίλτρων και ενός έμπειρου χεριού. Τις προσπερνά με την αίσθηση ότι τον παρακολουθούν. Αυτό δεν έχει να κάνει με κάποια ιδιοτροπία. Δεν είναι η εντύπωση της ίδιας της παρακολούθησης που τον αναστατώνει. Στις χιλιάδες διαδρομές του έχει πλέον συνηθίσει τα μάτια των άλλων, τα μάτια που σε διερευνούν ή σου ζητιανεύουν, που σε χαζεύουν ή σε θαυμάζουν, που ανιχνεύουν για οτιδήποτε μπορεί να κρύβεις στο μυαλό ή ακόμα και στις τσέπες σου. Όμως αυτά είναι τα μάτια των δικών της φωτογραφιών… των δικών της… αυτά τα μάτια δεν τα νοιάζει τι έχεις στις τσέπες… α το κουτάκι ! Να της το δώσει τώρα; Να περιμένει μετά το φαγητό ; Όχι , τα δώρα τα δίνεις όταν φτάνεις.

Ο ήχος από κάποιο ξυπνητήρι στέλνει το βλέμμα του στο βάθος του σπιτιού.

- Είναι απ’ την κουζίνα. Συγγνώμη, θα σε αφήσω λίγο μόνο. Να κλείσω το φούρνο… βολέψου εσύ, δεν θ’ αργήσω.

Κανένα πρόβλημα της κάνει με το χέρι.
Εξερευνά το χώρο της. Όπως τον είχε περιγράψει στα ρομαντικά της γράμματα. Γεμάτος αταίριαστα αντικείμενα προφανώς συναισθηματικής αξίας, κουτιά με καρτέλες το ένα πάνω στο άλλο ‘κορδέλες γραφομηχανής’/ ‘αρνητικά’/ ‘αποκόμματα 1/2/3/4/ με ημερομηνίες/, μια τεράστια κλασσική ταινιοθήκη, μια ακόμη μεγαλύτερη συλλογή από βινύλια, αναμνηστικά ταξιδιών, κρυστάλλινες σφαίρες με αλογάκια, με μνημεία, με έναν απλό χιονάνθρωπο, πολλές μολυβοθήκες στο γραφείο, κι άλλες φωτογραφίες, τοπία, κομπολόγια, δυο ταμπακιέρες η μία ασημένια τσακισμένη, ρολόγια που δεν λειτουργούν, δυο ξύλινα σπαστικά παιχνίδια, ο υπολογιστής της καλυμμένος με χαρτάκια ποστ-ιτ , χαρτοκόπτες, μια στοίβα κάρτες δεμένες με πράσινη κορδέλα. Στη βιβλιοθήκη που πιάνει ολόκληρο τον τοίχο μετρά 29 παχιά χαρτόδετα σημειωματάρια. Όλα στο ίδιο χρώμα, μπλε. Τα περισσότερα από τα βιβλία της τα έχει διαβάσει κι ο ίδιος, μερικά έχει απαγορεύσει στον εαυτό του να τα διαβάσει, και κάποια άλλα δεν θα ήξερε πώς εφόσον δεν γνωρίζει σουηδικά. Του θυμίζουν εκείνα που βλέπει στα ράφια ενός πολυκαταστήματος απ’ όπου έχει αγοράσει έναν καναπέ. Μαζί θυμάται ένα από τα γράμματά της. Του είχε διηγηθεί μια ιστορία με ένα σαξοφωνίστα και τα δυο χρόνια που έζησε στη Στοκχόλμη σε ένα κτίριο της εποχής του Έστμπεργκ, που είχε περίπου την ίδια ηλικία με το Στάτζχάσετ. Είχε χρειαστεί να αναζητήσει σχετικές πληροφορίες στους διαδικτυακούς χάρτες για να καταλάβει περί τίνος επρόκειτο, αφού η ξυπόλητη αλεπουδίτσα συνηθίζει να του αναφέρει μέρη και ονόματα χωρίς να δίνει όλες τις απαραίτητες επεξηγήσεις, λες και ο ίδιος είναι παντογνώστης.

Αποφασίζει να μην αρμενίσει άλλο στα πράγματά της.

***

Τον παρακολουθεί να τρώει. Δεν ακουμπά τους αγκώνες του στο τραπέζι όπως εκείνη. Μασά αργά, δε μιλάει με το στόμα γεμάτο, πίνει το κρασί του και καταπίνει αθόρυβα. Σκουπίζεται μετά από κάθε μπουκιά.

Όσο τρώνε της ρίχνει ματιές, κυρίως όταν σκύβει πάνω από το πιάτο της. Δίχως να σηκώσει τους αγκώνες από το τραπέζι του βάζει και του ξαναβάζει κρασί στο ποτήρι (έχει σκοπό να τον ζαλίσει;), του προσφέρει περισσότερη σαλάτα, περισσότερο ψωμί. Νιώθει ήδη χορτάτος αλλά δεν του κάνει καρδιά να της αρνηθεί. Είναι τόσο χαμογελαστή. Κοκκινίζει όταν της λέει πόσο νόστιμα είναι όλα, ότι έχει καιρό να φάει σουπιές. Ότι είχε ξεχάσει τη γεύση της αληθινής ντομάτας, και το κρασί της είναι μεθυστικό.

Της αρέσει να τον κοιτάζει. Σιγά-σιγά τα μάτια της αρχίζουν να τον συνηθίζουν σε αυτή τη θέση. Απέναντί της, ούτε πολύ κοντά, σίγουρα ούτε μακριά. Προσέχει τα καθαρά του δόντια, τη διάμετρο του ανοίγματος στα χείλη του, το αξύριστο σαγόνι με την εγκάρσια τομή, ένα παιδικό του τραύμα όπως της έχει εξηγήσει. Αποκτά μία μικρή ιδέα πώς θα ήταν νεότερος. Λιγότερο χαλαρά μάγουλα, πιο ανασηκωμένα ζυγωματικά, πιο αδύνατος (;). Όμως τα χέρια είναι σταθερά. Η στάση στο τραπέζι όρθια. Ωραία δάχτυλα, μεγάλα χέρια, καλά σχηματισμένοι καρποί. Όση ώρα μιλούν για την κίνηση, για τον καιρό, για τα πολιτικά της χώρας, δεν έχει κοιτάξει ούτε μια φορά το τετράγωνο ρολόι του. Της αρέσει αυτό. Αγαπάει τα ρολόγια, όμως έχει από καιρό αφήσει τα δικά της να σταματήσουν, και τώρα νιώθει το λιγότερο ερωτευμένη μαζί του, γι’ αυτό και είναι σημαντικό που δεν κοιτάζει την ώρα.

Τι να σκέφτεται πίσω από τα περί ανέμων και υδάτων που κουβεντιάζουν; Τι όμορφο κορίτσι που είναι… θα μπορούσε να την κοιτάζει ατελείωτες ώρες. Τόσο καθαρό δέρμα, στολισμένο αυτές τις ροδαλές σταγονίτσες… Δεν ήξερε πώς να την περιμένει. Στο βάθος ήλπιζε να μοιάζει με κάποια που αγάπησε βαθιά, και πάλι να μη μοιάζει με καμία. Να είναι το δικό της πρωτόλειο εκμαγείο, σημαιοφόρος της αγνώστου ομορφιάς, η μήτρα της ανεξακρίβωτης καλλιγραφίας των ανακατεμένων γονιδίων… τώρα είναι η στιγμή…

Βάζει το χέρι στην τσέπη του και ανασύρει το κουτάκι. Χωρίς να σηκώσει τα μάτια το ακουμπά στο τραπεζομάντηλο και το σπρώχνει αργά μπροστά της. Άραγε θα μπορέσει να τραβήξει το χέρι του πριν του το αγγίξει; Διακριτικά όμως, σα να παίζουν ένα παιχνίδι ισορροπίας, όπου η παραμικρή απότομη κίνηση ίσως ανατρέψει την κατασκευή.

Σαφώς μπορεί να την αφήσει να τον αγγίξει, σηκώνοντας το βλέμμα στο φως που βγαίνει από το ελαφρά ασύμμετρο πάνω χείλος της που πλέον εκπνέει τόσο κοντά του. Σαφώς μπορεί να της πει ότι από την πρώτη στιγμή που είδε αυτό το αντικείμενο θέλησε να της το χαρίσει. Ότι θέλησε να της διηγείται μια ιστορία κάθε φορά που θα το κοιτάζει περασμένο στο δάχτυλό της. Δύσκολο για την καρδιά του να χορτάσει εκείνο το υπερκόσμιο ρίγος που θα του φέρνει η θύμηση αυτής της στιγμής. Πριν δύο μόλις ώρες τον αγκάλιασε. Ναι, τον αγκάλιασε και δεν ήξερε πού να βάλει τα χέρια του. Αυτό όμως το άγγιγμα θα είναι διαφορετικό.

- Προς τι αυτό;

Η φωνή της τον συνεφέρει. Για λίγο νιώθει βλάκας. Όμως υπάρχει ένα ακορντεόν στο βάθος των πνευμόνων του, μια μικρή μαντεία, που λέει να μην τραβήξει ακόμη το χέρι. Μήπως αναρωτιέται αν κάνει να το δεχτεί; Μήπως δε το χρειάζεται; Ή μήπως δεν έπρεπε;

Την αντιμετωπίζει σοβαρά με μια έξοχη σφήνα δισταγμού.

- Είναι για τα γενέθλιά σου.

- Μα τα γενέθλιά μου είναι τον Αύγουστο,

του απαντάει τελικά, γοητευμένη κι απλώνει να του σφίξει το χέρι. Το σφίγγει. Την αφήνει.

Αυτό ήταν !

***

Του προσφέρει ένα τσιγάρο το οποίο αρνείται ευγενικά, αντίθετα με το μισοφέγγαρο λεμονιού το οποίο σπεύδει να τιμήσει για τέταρτη φορά. Εκείνη ανάβει ένα και το καπνίζει με μεγάλη χαρά. Κάθε που το φέρνει προς το στόμα τα μάτια της πέφτουν στο σμαράγδι. Δεν τη νοιάζει αν είναι αληθινό, της αρκεί που είναι από εκείνον. Μέσα της δεν μπορεί παρά να νιώσει κραδασμούς της συγκίνησης και της αναγνώρισης, μια χαρά που παρέμενε χρόνια κρυμμένη σε κάποιο κελάρι της ψυχής και τώρα γεμίζει κάθε αγγείο. Ξαφνικά θέλει να μάθει πράγματα που δε τον ρώτησε ως τώρα. Πόσο καιρό ήταν χήρος; Πώς; Είχε παιδιά; Ναι είναι σίγουρη πως θέλει να μάθει ακόμη και όσα φοβήθηκε.

Ακούει για μεγαλώματα, για γενέθλια, για σπουδές, για μετακομίσεις, για ταξίδια, συγκινήσεις, για ξενύχτια, για διλλήματα... μαθαίνει για τα τέσσερα χρόνια αρρώστιας της γυναίκας του, για τα νοσοκομεία και τα σωληνάκια, για ένα μυστικό που της είχε κρατήσει και επέλεξε απάνθρωπα να της μοιραστεί λίγες ώρες πριν τη χάσει, για τις ενοχές του απέναντι σε αυτή τη γυναίκα, απέναντι στα παιδιά του, απέναντι στον ίδιο τον πλάστη. Απλώνει το χέρι της να κρατήσει το δικό του τρυφερά. Υποφέρει και διηγούμενος την μακριά πικρή ιστορία, που αυτή τη φορά δεν μοιάζει με τις άλλες που την έβαζαν για ύπνο την τελευταία μέρα κάθε μήνα, τον παρακολουθεί να λιώνει.

Της περνάει από το νου να πάει ακόμη πιο κοντά. Να τον αγκαλιάσει, να τον φιλήσει, να τον παρηγορήσει, να του πει ότι τώρα που βρέθηκαν τα πράγματα θ’ αλλάξουν, και δεν πρέπει πια να λυπάται για όλα αυτά. Ή έστω να την αφήσει να του απαλύνει τον πόνο με ό,τι τρόπο μπορεί…

Ίσως όμως είναι ο εγωισμός που την εμποδίζει, ή η ζήλια (;)_ όπως και να έχει πλέον αψηφά τη γοητεία του, και υπερβαίνει όλα όσα του έχει δείξει, τη δεκτικότητα, την κατανόηση, και εν’ τέλει τον εαυτό της.

- Μπαμπά,
τα μάτια της είχαν θολώσει σαν τις φωτογραφίες του χολ,
γιατί δεν θέλησες ποτέ σου τη μαμά όταν συνέβαιναν όλα αυτά; Λυπάσαι που είπες στη γυναίκα σου για εμάς πριν σου πεθάνει; Και τι με τη δική μας τη ζωή; Τι έγινε με όλα όσα εμείς αναγκαστήκαμε; Μεγάλωσα με δύο πατεράδες. Ο ένας ήταν ο εδώ και ο άλλος ο κανένας...


Έλεγε, έλεγε, έλεγε… δεν ήξερε πού ή δεν ήθελε να σταματήσει… Σηκώνει το κεφάλι για να την αντιμετωπίσει, αλλά κάτι στο πρόσωπό της, ή στον τόνο της φωνής, την έχει κάνει να μοιάζει τόσο στη μητέρα της, που τον διαλύει.

Άρχιζει πάλι να της μιλά. Με διαρκώς αυξανόμενη ταραχή, κάνει ένα μακροβούτι σε αναμνήσεις, που στο δικό του νου ισοδυναμεί με έκκληση για εξιλέωση. Τις αγαπούσε, ίσως περισσότερο από όσο είχε υποφέρει η ζωή του, ίσως και η δική τους. Αντάλλασαν γράμματα με τη μητέρα της, ένα στο τέλος κάθε μήνα. Ένα που φρόντιζε με κάθε τρόπο να τη φτάσει όπου κι αν ήταν. Ένα στη μία και μόνη που τον αποδέχονταν όπως πραγματικά ήταν χωρίς ποτέ να του ζητήσει ανταλλάγματα. Ακόμα κι όταν ήταν νέοι και αδέσμευτοι. Εφόσον από τότε ήταν βέβαιοι ότι δεν θα μπορούσαν να αντέξουν μαζί. Εφόσον είχαν αγαπηθεί με τρόπο που κανείς δεν καταλάβαινε, και βρίσκονταν από το ένα μέρος του κόσμου στο άλλο, μόνο για να κάνουν τον έρωτά τους, μόνο για λίγες μέρες και μετά ξανά μακριά. Ποιος θα μπορούσε παρά να καταδικάσει τη δική τους εμμονή με την ελευθερία του καθενός να αναπνέει τον δικό του προσωπικό αέρα; Κι ύστερα η Φωτεινή έμεινε έγκυος στο κορίτσι. Του ζήτησε να σταματήσουν. Του έγραψε και του είπε να μην περιμένει. Όμως περίμενε, βέβαιος πως θα αλλάξει γνώμη. Συνέχισε να στέλνει γράμματα, να της τηλεφωνεί. Εκείνη τίποτα. Μέχρι που κάποια στιγμή έλαβε ένα γράμμα της από την Ιταλία.

Σηκώνεται, πηγαίνει ως το κρεμασμένο του παλτό και βγάζει ένα -απ’ ό,τι μοιάζει -χιλιοδιαβασμένο χαρτί διπλωμένο στα τέσσερα.

Το τραβάει από το χέρι του. Παραλίγο να το σκίσει… Αρχίζει να το διαβάζει μεγαλόφωνα.

Καλέ μου,
Στην ακτογραμμή της Τσίνκουε Τέρρε, πίσω από ελαιώνες και αμπέλια που μοιάζουν να κουτρουβαλούν προς τη θάλασσα, βρίσκεται καρφιτσωμένο το χωριό της Μαναρόλα. Λέω καρφιτσωμένο, γιατί τα σπίτια του είναι τόσο σφιχτά χτισμένα το ένα δίπλα στο άλλο, που αν κατεβείς στο πόρτο και κοιτάξεις προς τα πάνω, σου δίνουν την εντύπωση ότι προσπαθούν να κρατηθούν από τα βράχια για να μη τα παρασύρει το νερό. Η απόσταση του από τη Γένοβα είναι μόλις 80 χιλιόμετρα και κάτι …
Θα σε περιμένω εδώ. Και όταν έρθεις θα γνωρίσεις και τον άνθρωπο με τον οποίο σκοπεύω να περάσω μαζί την υπόλοιπη ζωή μου. Μπορεί όλο αυτό να σου φανεί μελό. Όμως πίστεψέ με δεν είναι. Ένα παιδί θέλει ένα σπίτι. Εμείς δεν θα είμαστε ποτέ σπίτι μεταξύ μας. Θα είμαστε πάντα το κάτι άλλο, και το ξέρεις, και το ξέρω. Θα έχω μαζί και το κορίτσι. Μπορείς να τη δεις. Εάν μου το ζητήσεις θα την αφήσω μαζί του. Του έχω πει για εμάς και καταλαβαίνει απολύτως. Δεν ξέρω εάν έχει άλλη επιλογή εδώ που τα λέμε. Μετά από αυτό βλέπουμε. Δεν είμαι βέβαιη πώς θα αντέξω χωρίς τα γράμματα και την αγάπη μας, αλλά θέλω να δοκιμάσω. Δεν είμαστε πια εκείνα τα παιδιά που ονειρεύονταν πίνοντας ρετσίνες στον Κάβουρα. Δεν είμαστε πια τόσο μποέμ. Καταλαβαίνεις;
Φωτεινή σου_


Έφερε τα χέρια στο στήθος και προστατεύοντας το θώρακά, σα να ήταν έτοιμος ν’ ανοίξει και να ξεχυθούν τα σωθικά του στο τραπέζι, ζήτησε από την αλεπουδίτσα ένα ποτήρι κρύο νερό.

Σηκώθηκε από τον καναπέ φανερά σκυθρωπή.

Μπορεί να έφταιγε το ότι μια ζωή η ιστορία που άκουγε για εκείνον τον πατέρα ήταν μέσα από τη ματιά του αντίπαλου δέους. Μια σχέση παράλληλων συμπάντων, άπατη με την πεποίθηση ότι μια μέρα θα μπορούσε να τον ξαναβρεί, ν’ αρχίσουν σα να είχαν μόλις γνωριστεί, όμως με όλη τους τη γνώση ο ένας για τον άλλο.

Αυτό ασφαλώς δεν είχε συμβεί, ούτε αφού έχασε τη γυναίκα του, κι ενώ η μητέρα της ζούσε, και ήταν χήρα.

Τι μεσολάβησε;

Άραγε να το γνώριζε η μαμά; Μήπως γι’ αυτό χρειάστηκε να μάθει πρώτα για το δικό της φύσημα, κι έπειτα να της επιτρέψει να τον πλησιάσει. Πώς γίνεται να αγαπήσεις έναν άνθρωπο τόσο αδιάθετο; Πώς γίνεται να αγαπάς και να παραμένεις αδιάθετη; Πόσο τρελή πρέπει να είσαι; Μήπως αυτός σε είχε κάνει να σκέφτεσαι έτσι; Μήπως εγώ; Για χάρη μου έκανες τη ζωή σου μισή; Γιατί έδειχνες πάντα τόσο ευτυχισμένη; Πώς;

Αυτά σκέφτεται μπροστά στο ψυγείο όταν ακούει την πόρτα να ανοιγοκλείνει και πιάνει την αντήχηση του βρόχινου νερού στα σκαλοπάτια.

Όταν μετά από ώρες αποφασίζει να συμμαζέψει τα αποφάγια, βρίσκει κάτω από το πιάτο του μία φωτογραφία. Την αναποδογυρίζει.

Απόκριες στον Κάβουρα, 1975.

Είκοσι χρονών_




4 comments:

Dead Posts Society said...

πολύ όμορφο!

Ζωή Φερενικίδου said...

κορίτσι μου, σταγόνες που δεν επιτρέπεται να βγουν στην κοίλη επιφάνεια του προσώπου τις έσπρωξες με δύναμη. καλό μεσημέρι

Carlito said...

Τι να πω..Τέλειο..Τι είναι όμως?...

Καλησπέρα.

Αssie said...

με έχει συγκινήσει τόσο αυτό το κείμενο, θα ξαναέρθω !!!