Thursday, September 8, 2011

HUNGER IS NON-NEGOTIABLE

έργα του Ilan Manouach από τον κατάλλογο ΝOVO DOBA (2011)
δημοσίευση κατόπιν αδείας


Το επόμενο Σαββατοκύριακο, ήταν παράξενο. Ήταν αυτό που μου έλεγε κάποτε μια παλιά μου γκόμενα, όταν το «βόλι» αρχίζει και κρυώνει και δεν ξέρεις αν πονάς ή μουδιάζεις, αν σου πέρασε ξυστά από κάποιο ζωτικό όργανο ή ξέμεινε μέσα, εάν τη γλίτωσες ή την έπαθες χειρότερα, εάν εν τέλει μπορεί να έχεις τις ευκαιρίες σου με τα διόλια και τα τριβόλια ή εάν θα σε φέρνουν όπως θέλουν, βόλτα.


Στρίψιμο στο στομάχι δεν ένιωσα με καμία από τις δύο συναντήσεις μας. Μετά από την επαφή προέκυπτε όμως ένα παράξενο είδος αηδίας, σαν αυτό που σου φέρνει η μυρωδιά μιας γαριασμένης πετσέτας θαλάσσης, κάτι από σαλούφα ξεραμένη στον ήλιο, λαστιχίλα και αντηλιακό, και αναμνήσεις. Κι αυτή η αναγούλα μεταλλάσσονταν πότε σε κόμπο στο λαιμό, πότε σε έλλειψη γευσι-αίσθησης, πότε σε υπερκινητικότητα και πότε σε λιγούρα, αλλά κατά κύριο λόγο σε προσκύνημα στη λεκάνη.

Αυτό που στην αρχή επιδείνωσε αυτή τη φαύλη ναυτία ήταν ένα ξεχασμένο αποσμητικό χώρου. Πλησίασα το ηλίθιο κλούφι-μανιτάρι και το ξερίζωσα από τον τοίχο. Το δωμάτιο μικρό κι ακριβό, γεμάτο κούτες και κουτάκια, ξινό χρώμα στους τοίχους και τα παράθυρα, κόκκινες λεπτομέρειες με φουντωτό τελείωμα που αγωνίζονταν να σπάσουν τα μαονένια έπιπλα. Ήταν μια κάμαρα σαν όλες, αλλά πάλι όχι, βιβλιοθήκη με μεγάλα ονόματα, Miller, Hemmingway, Cummings, Keats, Bukowski, Hudges, Kerouac, Ginsberg, Snyder, Williams, Ferlinghetti, « είμαστε όλοι μουσεία του φόβου», «σίγμα, όπως … σκατά», «μια λέαινα ξαπλώνει στο χωλ σου, φόρα τη μάσκα σου , του λέοντος, και περίμενε»

Έπειτα , τα ‘βαλα με τα σεντόνια. Τα πέταξα στη μπανιέρα και άνοιξα το ντους. Μπήκα κι εγώ. Η χλωρή αίσθηση του κρύου και των μουσκεμένων σεντονιών που φούσκωναν κάτω απ’ τις γάμπες μου με συνεπήρε. Κοκκινωπά ζουμιά κατέβαιναν, βάφοντας το σιφόνι. Μάλλον ερεθίστηκα από την ιδέα ότι πάνω σ’ αυτά τα σεντόνια είχε ξεκινήσει να γράφει σπασμούς το μελαχρινό εκείνο σώμα κι ότι πάνω στα ίδια σεντόνια σταμάτησε να χορεύει.

Σκεφτόμουν τη σκηνή στην ταινία ο καλός κλέφτης με το Νικ Νόλτεϊ και τη ληστεία του καζίνο στη Ριβιέρα, που δένεται με χειροπέδες σ’ ένα κρεβάτι και κόβει την ηρωίνη για να συγκεντρωθεί στην κομπίνα που ετοιμάζει¨ ξερνάει και συναγωνίζεται κάτι που μόνος του ξέρει, ενώ μια απομίμηση Πικάσο τον κοιτάζει απ΄ τον τοίχο.

Κάπως έτσι ένιωθα με τη διαφορά που το θύμα δεν είχε να κάνει με χρήμα ή κομπίνα, κόκα ή κατανάλωση παγωτού, ιπποδρομίες ή μικρούλες.
Σβήστο το τελευταίο.
Η μικρούλα ήταν μάλλον μια από τις αιτίες _ και πάντα είναι με τον τρόπο της. Αν ήταν άλλος στη θέση μου θα έψαχνε μια δικαιολογία για τις πράξεις του, κάτι που μετά από σειρά συνειρμών ή συνδυασμό γεγονότων θα οδηγούσε σε ετυμηγορία υπέρ του και κατά συνέπεια σε κάποιου είδους αθώωση. Όχι εγώ. Είχα αιτία αλλά όχι δικαιολογία. Δε τη χρειαζόμουν κιόλας. Εγώ ήθελα απλά να πάψω να σκέφτομαι ότι υπήρχε αυτή η φυσιογνωμία κι ότι περπατούσε στο άπειρο, σε άλλες πόλεις ή ακόμα και χώρες. Με ενοχλούσε, δε μπορούσα να συνεχίσω τίποτε αν δεν έβγαινε απ’ τη μέση. Αν με έπιαναν θα ρωτούσαν «γιατί;» Κι εγώ θα απαντούσα ένα απλό : «γιατί μπόρεσα»

Το ζήτημα παρέμενε ότι όταν κάποιος πιάνεται επί το έργον, συμβαίνουν τα εξής τινά:
ομολογεί (1)
κάνει το μαλάκα (2)
κατηγορεί τρίτο/ ους (3)
ή και τα τρία μαζί (4)
Κι αν ομολογήσει, θα φάει λιγότερα, αν κάνει το μαλάκα, θα φάει το κεφάλι του, αν κατηγορήσει τρίτο/ ους, θα φάει τα διπλάσια και το κεφάλι του _ τέλος αν κάνει και τα τρία, έχει βγάλει τα μάτια του με μπατονέτες αυτιών.

Κρίνοντας από το συνδυασμό αηδίας και συναντήσεων, είχα επιλέξει την κουρτίνα τέσσερα Τώρα, είχα ένα ατού¨ λίγο χρόνο παραπάνω να κουκουλώσω ό,τι προλάβαινα, να το παίξω Κούρκουλος και να βάλω φωτιά στα έπιπλα της φτώχιας, χορεύοντας με στριφτό τσιγάρο «βρέχει φωτιά στη στράτα μου» από πάνω τους.

Και προς απόδειξη της μεγάλης εμπειρίας μου στο εν’ λόγω έγκλημα, έκανα το σκατό- παξιμάδι, μάζεψα τα κομματάκια και τα πειστήρια, τόσο προσεχτικά και τόσο έντεχνα, ώστε να δείχνει σαν ατύχημα μπάνιου ( ουπς, μου γλίστρησε το σαπούνι) και ιδού το λάθος.

Μιας και το δωμάτιο έβλεπε στο δασάκι πήγα με το πάσο μου. Μετά το πρώτο σιγύρισμα τεκμηρίων, έσυρα ήσυχα το διπλό καναπέ-κρεβάτι στη θέση του και τον κάλυψα μ’ ένα πανί, έστησα τα ηχεία στα πλαϊνά της τηλεόρασης, έκανα ρολό ένα παλιό περιοδικό και περιποιήθηκα μια κατσαρίδα στο χωλ. Σε μια στιγμή αδυναμίας στάθηκα για λίγο στο μπαλκόνι κοιτάζοντας από κάτω την κίνηση. Στ’ αριστερά μου ο παππούς του διπλανού διαμερίσματος άπλωνε ρούχα. Δε μπορούσε να με δει, ούτε να μ’ ακούσει, εγώ όμως μπορούσα να τον μυρίσω. Φαρμακίλα και γεροντίλα προσέφεραν μια σύντομη τουρ στην τουαλέτα όπου γονάτισα για ακόμη μία φορά πάνω από το πλεξιγκλάς καπάκι με τα κοχύλια.

Κάποιος θα ‘χε πολλά να πει εδώ για το ζήτημα των ενοχών. Θυμάμαι σ’ ένα καλοκαιρινό καφενείο να διαβάζω για τις ψυχοσωματικές αντιδράσεις, αλλά ολοκληρώνοντας, είχα τη βεβαιότητα ότι οι θεωρίες περί ψυχής δεν έχουν σε τίποτε να απαντήσουν στις κακές συνεννοήσεις του εντέρου με το στομάχι.

Έτσι, χαμογέλασα στο δαίμονα που κατάφερα ν’ αποτάξω ,τράβηξα καζανάκι, άναψα τσιγάρο με απόλυτη ηρεμία, έβαλα τις παλιές μου μουσικές, χαλάρωσα και περίμενα το πρωί για να κατεβώ στο κέντρο να ψωνίσω παπούτσια.

Γύρω στις οκτώμισι με ξύπνησε ένα τηλέφωνο. Την προηγούμενη είχα ξεχάσει την κάρτα μου σε κάποιο κατάστημα, και με περίμεναν να την παραλάβω. Ωραίος μαλάκας είσαι σκέφτηκα όσο έκανα δυο μετάννοιες να μαζέψω τις άκρες από το ποτισμένο με ιδρώτα κατωσέντονο που κρέμονταν. Κάθισα στον κώλο μου πάλι και ξύθηκα. Το φως ίσα που προλάβαινε να τρυπώσει από τα στόρια κι οι φωτογραφίες στον τοίχο είχαν χάσει το νουαρ τους, το ίδιο κι αυτή, σκέφτηκα. Ποιος τη χέζει εκεί που την έστειλα;
Ξανακοίταξα τις φωτό. Να οι διακοπές, το ψάρεμα στη Τζουμέρκα, ο Ανέστης με το παλιό αυτοκίνητο, παλιές γκόμενες, παραλιακές, συναυλίες στο δάσος, το ποσείδι, η Αυστραλία, η γηπεδάρα της αλάνας, εγώ μακρυμάλλης, φανταρικό στην Κω, αποκόμματα εφημερίδων, η αφίσα της φωτογραφίας του Doisneau: au bon coin, Saint- Dennis 1945 (εγώ, στην άκρη του μονοκρομάτικ δρόμου, με την πλάτη στραμμένη στο φωτογράφο), οι αδερφές και η μάνα μου, ο ξένος μου πατέρας, ο απών_ και δίπλα το φωτιστικό ακόμη αναμμένο, ο κορμός του πρασινωπός και κοντός, με γραμμές άτσαλες σα δάχτυλο νεκρού ποδιού.

Πρέπει να βουρτσίσω λίγο τα ούλα μου, πρέπει να πληρώσω τα κοινόχρηστα, πρέπει να φάω μπριζόλα στη λαδόκολλα, πρέπει να ξεθάψω τον παππού τον άλλο μήνα, λήγει η προθεσμία..

Η ζέστη χτυπούσε τα μηλίγγια μου κι ήταν μόνο εννέα και κάτι.

Αν δεν είχα χρησιμοποιήσει όλες τις πετσέτες και το πανωσέντονο..
η ταπετσαρία του τοίχου με ζαλίζει.

Το ρολό της μπαλκονόπορτας τινάχτηκε σαν να το χτύπησε ρεύμα. Κοίταξα στον ακάλυπτο και το ξανάκλεισα, γιατί το σκυλί του γείτονα με κοίταξε παράξενα.

Με το στόμα ξερό σα σόλα, καθάρισα το τασάκι, έβγαλα τα σκουπίδια και τα φωτιστικά από τις πρίζες. Κλείδωσα το σπίτι με νωπή ακόμη τη μπόχα του αίματος. Κατέβηκα την κεντρική λεωφόρο και πέρασα στη Βασιλίσσης Σοφίας.
--------------------
Κοντοστάθηκα , κοίταξα τη σκουριά της πόλης, τα θερμά, βαριά οπωροφόρα και τις γριές στις στάσεις των λεωφορείων. Μια απ’ αυτές, γύρω στα ογδόντα στρογγυλοκάθονταν στο σιδερένιο παγκάκι με τις κάλτσες ως τη γάμπα να της κόβουν το αίμα και το ένα γόνατο σημαδεμένο από λεύκη. Στις μύτες απ’ τις παντόφλες της η άσφαλτος έβραζε. Μετανάστες με λερωμένα τζιν, παραδίπλα παιδί με χαρτομάντιλα και στυλό διαρκείας, σχολιαρόπαιδα με επώνυμα ρούχα, κοκότες, ψωνισμένοι, γλυκανάλατα Δυτικά Προάστια που ονειρεύονται τα Βόρεια, ιππότες της ασφάλτου με φούστες, ισλαμικές μαντίλες, σκουπίδια και βιβλιοπωλεία, τρίμματα από τυρόπιτες στο μπλουζάκι, βυζάκια, πουλάκια, ραδιοφωνικά πρωινά, brunch στο King George ΙΙ, κινέζες, Ελβετοί, μανάδες με μίνι ως το σαγόνι, κοστούμια κι απολιθώματα του χρυσού αιώνα, γύφτοι, κατακόμβες ερώτων, πουταναριά, τζαμόπορτες- καθρέφτες, χρωματιστές αγελάδες, βεβηλωμένες πλατείες, κάλτσα με πέδιλο στα μνημεία, polis, ένα μεγάλο κατσαρόλι γεμάτο πλαδαρά κομμάτια κρέας, όπου οι ρόδες των ταξί κυλούν σαν κεφάλια off- black κάτω από αφίσες άρτ. Στο μουσείο Κυκλαδικής τέχνης διαφήμιζαν τις εκθέσεις του Καραβάτζιο και του Ροντέν.

Το να έχεις αποκεφαλίσει μια οντότητα με τόσο καλλιτεχνικό τρόπο δεν έμοιαζε και τόσο ανώμαλο μπροστά στο να σκέφτεσαι : «κρίμα ρε γαμώτο, θα είχαμε πάει μαζί στην έκθεση» ή « σα να μου λείπει, λες να έκανα μαλακία;»

Δίχως άλλο, το ξεπάστρεμα εν πλήρη συνειδήσει έχει τους λόγους του, δεν είναι βρασμός ψυχής, ούτε «α, κι εγώ που δεν είχα πώς να σκοτώσω το βράδυ μου…» (κακή παρομοίωση)
---------------------
Έφτασα στο κατάστημα, παρέλαβα την πιστωτική σφραγισμένη σε κίτρινο φάκελο. Με την ευκαιρία, αγόρασα και τα παπούτσια. Δοκιμάζοντάς τα για μια στιγμή μου φάνηκε πως οι κάλτσες μου είχαν πιτσιλιές αίμα. Έκανα να τις σκουπίσω αλλά εξαφανίστηκαν σαν ολόγραμμα. Η πωλήτρια μου χαμογέλασε. «Μη μου χαμογελάς πολύ γιατί δεν ξέρεις τι κάνω τα βράδια …» ωραία ατάκα θα ήταν, αλλά με την Αθήνα όλα να τα περιμένεις. Το πολύ να μου απαντούσε ένα: « γιατί ρε μαλάκα, ξέρεις τι κάνω εγώ ;».

Αυτά είναι.

Βγαίνοντας προς πλατεία Κολωνακίου είχα μια επιφοίτηση. Δε θα ‘ταν ωραία να υπάρχει ένα μαγαζί που να συχνάζουν μόνο δολοφόνοι; Ένα απλό μέρος, διακοσμημένο με παραστάσεις φωτός , να μπορείς να πας και ν’ ανταλλάξεις ιδέες για το πώς και το «α, τι λες; Εγώ θα το είχα κάνει με εντελώς διαφορετικό τρόπο». Ίσως τελικά έπρεπε να ‘χα ρίξει την ατάκα στην πωλήτρια, όμως τι να σου κάνω; είχα απομακρυνθεί απ’ το κατάστημα.

Ήπια ένα καφέ στα γρήγορα για να βάλω κάτι στο στόμα μου, γιατί στο μεταξύ η σιχαμάρα είχε επιστρέψει μαζί με ρίγη και έλκωμα. Θα ‘ναι από το ξενύχτι. (Ίσα που είχα προλάβει να την πέσω και να πάρω τον πρώτο όταν με πήραν για την κωλο- πιστωτική.) Αυτό που δεν είχα υπολογίσει ήταν ένας ύπουλος εχθρός που με πλησίασε με την πρώτη γουλιά.

Κόψιμο_ γαμώτο_

Όταν τον τακτοποίησα όπως του άξιζε ξανακάθισα με αίσθημα κομπλέ αυτοκυριαρχίας.

Εκεί, στα τραπεζάκια με θέα τα ιδρωμένα μπούτια των φοιτητριών, ήρθε και το δεύτερο κύμα έμπνευσης. Έβγαλα ένα μπλοκάκι με στυλό κι άρχισα να γράφω. Είχα που είχα μια εμμονή με το θάνατο, τώρα είχα και επίσημη δικαιολογία. Το γράψιμο πήγαινε τη μία σαν καρπός χειρούργου, ήπια κι επιδέξια και την άλλη σα γάτα που της τραβάς την ουρά, έτοιμο να βγει απ’ τη σελίδα και να σου ορμήξει στο μάτι. Όμως έπρεπε, το νιωθα, ήθελα να της γράψω κάτι..

την πουτάνα μου... αφού είπαμε τη σκότωσες, άσε τον επιτύμβιο.... ή μάλλον γράψε της... γράψε της σα να την είχες απέναντί σου... καργιόλα....

... τα τελευταία μας λόγια,  οι ακριβείς κινήσεις, η στίλβη στα μάτια, τα τρεμάμενα δάχτυλα, το πιπεράτο άρωμα του λαιμού και η γλυφή δοκιμή στο φάρυγγα όταν ξεκίνησε η διαδικασία, πόσες φορές πέταξε στο μπαλκόνι της βεράντας μια δεκοχτούρα που δεν έλεγε να το βουλώσει, οι παύσεις ή οι διακοπές, οι ασυντόνιστες χαμογελαστές φράσεις, η στάση των ποδιών, οι οπτικές γωνίες, το καρφωμένο μάτι, το στρογγυλό στόμα τη στιγμή του πόνου, το βαθύ ήχο της έκπληξης, οι σβόλοι των σκιών που κατέβαιναν όσο νύχτωνε, το κάψιμο στο πίσω μέρος του λαιμού, το τέντωμα των χεριών, η σπονδυλική στήλη που πάλευε άφωνα στο χρόνο και το χώρο, οι αναπνοές, το ξεφύσημα, το κόψιμο, τα ρούχα που βγήκαν ένα-ένα, μετά τα χέρια και τον κορμό, η πεταλούδα που χτυπιόταν στην τζαμόπορτα, τα μηχανάκια που μάρσαραν κάτω στο δρόμο, τα άλλα μηχανάκια που μάρσαραν μέσα στο δωμάτιο, το πνίξιμο της φωνής, ο βουβό πόθος για κατανόηση και ο ακόμα πιο βουβός για συγγνώμη ..... το πώς καρατόμησα εκείνον τον κορίτσαρο ..... ο γκρίζος τρόμος της επαφής, το αγκάλιασμα, το ξεψύχισμα.. ήταν όλα εκεί_

--------------------
Έφυγα για την επαρχία με την αμαξοστοιχία 1520 των 12:20. Μπαίνοντας στο βαγόνι πάφλαζε στ’ αυτιά μου το σούρσιμο της σκουπιδοσακούλας, το κλαπ του κάδου και του τέλους. Όλα τα μυστήρια εφέ σταμάτησαν όταν πιάσαμε Οινόη. Εκεί που πήγαινα κανείς δε θα υποψιαζόταν το φόνο, ούτε καν ο ίδιος ο πεθαμένος __ ο έρωτας, αυτός που δύο μέρες ύστερα μου τηλεφώνησε και ήθελε να με ρωτήσει πότε θα ξανακατέβω στην Αθήνα…


Ιούνιος /25/ 2006

 

1 comment:

Ks-Ippolytos said...

DEXTERικό κείμενο, με μια δόση Αθηναϊκής παραφοράς, WELL DONE !