Wednesday, September 14, 2011

HENRY LEE



Κάποτε ονειρευτήκαμε ένα Βαν φορτωμένο απαραίτητα και κονσέρβες, με προορισμό τ’ οπουδήποτε και γυρισμό όταν τελειώσουν τα λεφτά.

Μιαν άλλη φορά αγκομαχήσαμε μέχρι τα χαλάσματα μιας επαρχίας σε μεγάλο υψόμετρο και τραβήξαμε φωτογραφίες στο ποτάμι, εκεί που έπεσα, χάλασα το παντελόνι και δανείστηκα την πετσέτα σου χωρίς να την επιστρέψω.

Περάσαμε τεσσεράμισι καλοκαίρια σε μια παραλία γεμάτη τριβόλια και γκαζάκια, πίνοντας ζεστή μπύρα, ακούγοντας κασέτες σε δημοσιογραφικό κασετοφωνάκι, ενώ αποκοιμιόμασταν απ’ την πολλή κουβέντα και ξυπνούσαμε πουντιασμένοι και θεονήστικοι. Πόσα τσιγάρα καπνίσαμε ούτε θυμάμαι, αλλά ηχογραφούσα που και που σε κασέτες (αχρείαστες-να ‘ναι) τις φωνές.



Get down get down, little Henry Lee

And stay all night with me

You won’t find a girl in this damn world

That will compare with me

And the wind did howl and the wind did blow (εγώ)

-

La la la la la

La la la la lee

A little bird lit down on Henry Lee (εσύ)



Τότε δεν είχαμε δουλειές, μόνο διαβάσματα και εξετάσεις, μια παλιά κοκκαλί Τογιότα, πετονιές ψαρέματος και λασπογαρίδα, μια λάμπα πετρελαίου, πετσέτες για τη θάλασσα, τραγούδια και μια κιθάρα που δεν ήξερε κανένας απ’ τους δύο να παίζει.

Στα τραγούδια ήσουν καλύτερη a capella, κι έβγαζες από τα πνευμόνια σου μια παράξενη μουσική. Μύριζες χώμα, βιβλίο και ιθαγενή Flindersia oxleyana.

Σε μια φωτογραφία από τότε, είχες μαλλιά κοντά σαν τα δικά μου κι έμοιαζες με τον Τομ Σώγιερ. Το σώμα σου ήταν περίεργο, ήταν αλλού ψάρι κι αλλού σπίτι, Μπονσάι, κούνια, τσεκούρι, υδράργυρος, σφολιάτα, πελαργός, πράσινο άλογο ή κουτάλι, σφυρίχτρα, αμερικάνικη ταινία σε ντράϊβ- ιν, δίχτυ, κάκτος και περίστροφο.

Πιο πολύ από όλα μου άρεσαν ο δείκτης και ο αντίχειράς σου, γιατί παγίδευαν τον πόνο με μια Ιαπωνική τέχνη. Τη χρησιμοποιούσες για να μου διώχνεις τους πόνους στην πλάτη και τα χέρια. Με έτριβες χωρίς να με ρωτάς. Άπλωνες τα χέρια σου στο δέρμα μου, έσερνες τα μήλα από κάθε σου παλάμη στην κοιλιά μου, τυχαία στην αρχή, ύστερα εσκεμμένα και ζεστά, κι εγώ ένιωθα πως θα κάνω εμετό από το σφίξιμο. Φοβόμουν όταν έβλεπα τα χέρια σου, έτοιμα να τεντώσουν και να ελέγξουν τους πόνους. Θύμωνα που μπορούσες -και πιο πολύ που ήξερες ότι μπορείς - να ελέγξεις την πίκρα. Το έκανες όμως καλά, κυρίως όταν είχα αποτύχει σε κάτι.

Δε μου άρεσε να σε βλέπω σε χέρια ξένα, δε μου άρεσε να σε καταναλώνει το τίποτα, αλλά καταλαβαίνεις, δεν ήξερα πώς να σου λέω αυτά που ήδη γνώριζες καλά. Κι εσένα σου άρεσε –πρωτίστως- να σου λέω πράγματα, ακόμα κι αν τα ήξερες ήδη. Σου άρεσε να χάνεις και να κερδίζω.

Ένα απόγευμα προς το τέλος του Αυγούστου, πήγαμε στο διπλανό χωριό να δούμε το ποτάμι που άδειαζε στη θάλασσα. Πέρασες το σιδερένιο γεφυράκι και κατευθύνθηκες στον παλιό μύλο. Είχες βγάλει τα παπούτσια, και γέμιζαν τα δάχτυλα των ποδιών σου σκατά προβάτων και φύκια. Φοβήθηκα μήπως μια μέρα λιώσεις και γίνεις ένα με αυτά, μήπως σε πάρει η θάλασσα και σε κάνει σχεδία για κάποιον Οδυσσέα.

Πάντα με τρόμαζαν τα γεφυράκια και τα σκατά. Δεν ήθελα να ξυποληθώ. Με φώναζες με το χαϊδευτικό, κουνώντας χέρια ‘έλα πέρνα απέναντι, δε θα πέσεις’, αλλά εγώ εκεί, στήλη άλατος με το τσιγάρο στο στόμα, πεισματικά ακουμπισμένος στο καπό, να σκέφτομαι ‘μη φύγεις’ ή ‘φύγε, ίσως να είμαι ελεύθερος να κάνω ό,τι θέλω ύστερα’.

Αυτή ήταν η σκακιέρα σου. Αν έμενες, δεν είχα άλλη επιλογή, παρά να κάνω τον ιππότη της βασίλισσας. Αν έφευγες θα είχα ελευθερία, και τόσους άλλους ρόλους να υποδυθώ. Δεν ήξερα αν μπορώ ή αν θέλω να τους δοκιμάσω.

Τελικά δεν έφυγες εκείνο το απόγευμα. Γυρνώντας από τον παλιό μύλο ήρθες πιο κοντά και μύρισα την ανάσα σου. Ήταν μια ελεύθερη ανάσα, από αυτές που κατοικούν σε τρύπια πνευμόνια, κι αφήνουν μυρωδιά από μπαρούτι και μελάσα.

Μίλαγες, μίλαγες ατελείωτα, κι εγώ το έραβα, το έραβα διαρκώς, ενώ στην ουσία, μπορούσα να πω περισσότερα και καλύτερα απ’ τα δικά σου. Δεν μπορούσα να το δεχτώ. Όχι το παραμιλητό σου, αλλά τ’ ότι θα άφηνες να σε χρησιμοποιήσει σα να ήσουν πλαστικό πιάτο, αυτός που όλα τα χρόνια έσπαγε το κεφάλι του να βρει δικαιολογίες για να μην έρχεται να σε δει, αυτός που τα κατάφερνε να σε κρεμάει σαν ακουστικό και να ψιθυρίζει παρακαλώ αναμείνατε στη γραμμή σας μέχρι ν’ ακούσετε το χαρακτηριστικό ήχο. Τι χαρακτηριστικό ήχο μπορεί να έβγαζα, ακόμα να καταλάβω. Και τι παιχνίδι να σου έπαιζα πίσω από τις τεταμένες μέρες που εξαφανιζόμουν και δε σου ‘λεγα ούτε πού είμαι, ούτε πού να απευθυνθείς για να με βρεις σε περίπτωση κρίσης. Εσύ πάλι με το always-happy-go-lucky-on-a-crisis χαμόγελο του χαρωπού χιονάνθρωπου μέσα στην κρυστάλλινη σφαίρα, έβλεπες το χάος γύρω σου κι επέμενες να χαιρετάς τους απέξω.

Όταν αρχίσαμε να τηλεφωνιόμαστε αραιά δεν ανησύχησα. Δεν διάβασα τα σημάδια, ούτε τις παύσεις, ούτε τη φωνή σου, που από μεγαφωνική είχε γίνει μια φωνούλα, και αδιάφορα μου απαριθμούσε τι θα φοράς, πού θα στέκεσαι, τι θα μου λες και πώς θα με κοιτάζεις. Άκουγα αυτά που ήθελα ν’ ακούσω και δεν κατάλαβα ότι το ίδιο λεπτό είχες αποφασίσει κιόλας να με πηδήξεις, για πρώτη, και μόνη φορά.

Βρεθήκαμε σ’ ένα αλσύλλιο γεμάτο κρωξίματα νυκτόβιων πουλιών και φραγκοσυκιές. Έριχνε καρεκλοπόδαρα, και προσπαθούσα να καταλάβω αν είχα μπερδέψει τις εποχές, αν έπρεπε να είχα έρθει σ’ εσένα πιο νωρίς, το καλοκαίρι, ή αν το καταχείμωνο μας ταίριαζε καλύτερα.

Έσβησα τη μηχανή και δεν ήξερα τι άλλο να σου πω. Όλα όσα είχε προβάρει το μυαλό μου ενώ οδηγούσα για να σε φτάσω, έμοιαζαν ανοησίες και τραυλίσματα. Είχα βάλει τα χέρια στο τιμόνι και δεν έλεγα να το αφήσω, λες και περίμενα μία καταστροφή απ’ τον ορίζοντα, να έρθει και να σκάσει στο παρμπρίζ, μήπως και μαζευτούμε από εκεί και μείνει πάλι ο δρόμος μας στη μέση. Σκεφτόμουν πως με την πρώτη αφορμή θα λέγαμε « εντάξει είδαμε μέχρι πού φτάνουν τα κότσια, ας πάμε τώρα σπίτια μας, αφήνοντας τον πόθο στην ανάγκη του, και ας μιλάμε απ’ το τηλέφωνο όπως πάντα, ως δύο φίλοι, όπως με έμαθες και σ’ έμαθα.»

Μετά από λίγο άλλαξα γνώμη. «Επέλαση!» ακόμη κι αν ο πόλεμος θα με έβρισκε χαμένο.

Φορούσες, όπως είχες υποσχεθεί, την άσπρη φούστα και το μαύρο ζιβάγκο και κάτι μπότες που δεν είχα ξαναδεί. Τα χέρια σου είχαν ξεχάσει την Ιαπωνική τους τέχνη και άδειαζαν πράγματα στο χώμα. Τα νύχια σου είχαν σκουρύνει και μ’ έσκαβαν. Σου έταξα το κεφάλι μου στο πιάτο για να με συγχωρήσεις που δε μίλησα νωρίτερα, αλλά το μόνο που ήθελες ήταν ν’ ανταλλάξουμε μια χειραψία σωμάτων. Έτσι την είπες. Έτσι μας φέρθηκες ανάμεσα στα δέντρα και τις ομίχλες, μήνα Γενάρη, ανήμερα των γενεθλίων σου.

Μα δεν είχες αλλάξει γνώμη για εμάς (τώρα το καταλαβαίνω). Μόνο που πια δεν ήθελες ούτε εσύ ν’ αφήνεις τα παπούτσια σου κοντά σε μέρη με σκατά_


3 comments:

Λένα από Καφέ said...

Πήρα το 19 καινούρια βήματα για αυτή σου την ιστορία Σετούλα. Ξανά μπράβο όμως, γιατί στο βιβλίο δεν μπορούσαμε να αφήσουμε comments, χα !

Carlito said...

Τι χαζομάρα που ρώτησα στο προηγούμενο ποστ, σκέφτηκα. Αν μου απαντήσει θα γκρεμιστούν όλα.. Ευτυχώς η απάντησή σου ήταν αυτή που έπρεπε. Αυτή που έπρεπε ώστε να διαβάσω το νέο ποστ και να αφεθώ ξανά..

Καλησπέρα SETTY,

Rick Forrestal said...

Mmmm, that beach looks so good.
I want to be there . . .
xoxo