Sunday, September 4, 2011

όποια προβιά κι αν φοράς πάντα λύκος μένεις...

photo collage by me, sources:  weheartit.com / tumblr dashboard


Τους είδα από μακριά. Εκείνος -εννοείται- δε με γνώρισε. Εκείνη, πίσω από ένα τόμο βυθισμένη, τα πόδια τεντωμένα μπρος, κλεισμένα, σταυρωτά, το έτοιμο πάντα τσιγάρο της ανάμεσα στα δάχτυλα του δεξιού χεριού, και τα μαλλιά ριγμένα ανάμεσα στον εαυτό της και σ' εκείνον, σα να του έλεγε "άσε με, μη μου μιλάς, είμαι αλλού".

Ήμουνα βέβαιος σχεδόν πώς θα τη συναντήσω: πρωί της Κυριακής, κάπου σε μια πλατεία, έχοντας διανύσει αρκετά νυχτοχιλιόμετρα μόνο και μόνο για να πάρω μια ιδέα πώς περνάει, τι την κρατά εκεί, στον τόπο που κι οι δύο μεγαλώσαμε, στον τόπο που δεν σήκωνε τα βράδια μου, που διασκέδαζε την πλήξη σε πιατέλες με γαρύφαλλα, που έπνιγε τις δεκαετίες μας σε μια γουλιά νερό (τα ίδια και τα ίδια), κάνοντας τη να μοιάζει με μια πελώρια δεξαμενή γεμάτη εντόσθια προβάτων.

Τόσο άλλαξα; Αν της μιλήσω; Αν με ακούσει ... όχι... όχι ακόμα... Να πάω πιο κοντά;

Την ίδια στιγμή σαμποτάρισα την απόφασή μου και τράβηξα μια καρέκλα. Κάθισα δίπλα τους με πλάτη. Ούτε που αντέδρασε. Με μάτια υγρά και νευρώδη κατέβαινε τα σκαλιά των σελίδων, χωρίς να δίνει σημασία σε τίποτε άλλο. Μύρισα το τσιγάρο της, μύρισα τον καπνό της, μύρισα το διάφανο περίβλημα των βογκητών που κρύβονται στα χείλη της την ώρα που άπλωσε να δοκιμάσει τον καφέ.
"Μ.., καίει ακόμα"
είπε αθώα, σαν παιδί...

Όμως δεν ήξερε, δεν μπορούσε να υπολογίσει πόσο μικρός είναι ο χρόνος. Πόσα λεπτά χρειάστηκαν να κλείσω πτήση, να μπω στο αυτοκίνητο και να φτάσω στην πλατεία της (γιατί είναι ξεκάθαρο ότι αυτή πλατεία της ανήκει. Είναι ξεκάθαρο πως θα άνηκε σε οποιαδήποτε γυναίκα δεν διστάζει να διαβάζει με ατόφια προσήλωση Μαρκήσιο Ντε Σαντ πρωί της Κυριακής πλάι σε μαμάδες και μπαμπάδες που κυνηγάνε τα μικρά τους, ανάμεσα σε άνοστα νυμφίδια που ξεφυλλίζουν και κοπιάρουν ό,τι παίζει στα ιδιωτικά κανάλια). 

Πάντα μου έλεγε αστειευόμενη και μισοσοβαρή ότι είμαι θεόμουρλος. Ότι αυτή την τρέλα μου τη ζήλευε με την ψυχή της. "Εγώ είμαι δειλή, δεν ξέρω να πετάω, κάνω μονάχα δοκιμαστικά, και μόλις βλέπω το κενό από κάτω παθαίνω ίλιγγο" ... γι' αυτό δεν ήρθε να με βρει κι έμεινε τολμηρή στον τόπο που δεν είναι για χειμώνα.

Το σκέφτηκα. Μήπως αυτό δεν είναι θάρρος; Θέλει αρχίδια να ξυπνάς με πλάτες ακουμπισμένες στους κάκτους. Να βράζεις και να πίνεις το πικρό ζουμί σου, κρατώντας κάθε φιλντισένια ανάσα ώσπου να γίνεις μπλε. Κι αφού το συνηθίσεις, ξέρεις ότι η λύση που επέλεξες ήταν η δύσκολη, κι η ανοσία στο φαρμάκι ίσως σε σώσει μία μέρα.

Το ξανασκέφτηκα. Όχι δεν είναι θάρρος. Αν έχεις την ανάγκη να πετάξεις και δεν το κάνεις, δεν θα μάθεις ποτέ να ξεφορτώνεσαι τα σκατά που σε βιδώνουν στο χώμα. Μόνο οι δυνατοί μπορούν να φεύγουν. Μόνο αυτοί. Γιατί το δηλητήριο ίσως το συνηθίσεις, ίσως και να σε στείλει στα θυμάρια. Πενήντα-πενήντα δεν ζεις, πενήντα-πενήντα συμβιβάζεσαι. Τι καλό μπορεί να βγει από αυτό;

Με την άκρη του ματιού: Αγγίζονται όπως εμείς ποτέ. Του πιάνει το γόνατο, την κοιτάζει σα να τη μαλώνει.


Με την άκρη του αφτιού:
 
- Να σου διαβάσω;
 
- Τι αυτό; Δεν είμαστε καλά, με τόσο κόσμο...

- Τι πειράζει; Κοίτα τους, σαν αποκοιμισμένα περιστέρια είναι...

- Όχι, αν θες, στο σπίτι.

- Δεν πρόκειται, γελάει , ούτε στο σπίτι, ούτε στο κρεβάτι !

- Στο κρεβάτι που καπνίζεις εννοείς;

- Στο κρεβάτι που καπνίζω εννοώ, συνεχίζει να γελάει (;)

- Να το κόψεις !

- Με τίποτα !!!!

(ήχος τσακμακόπετρας)
(σιωπή) 
(ήχος επιτηδευμένης ρουφηξιάς τσιγάρου)
(κι άλλη σιωπή)  
(μυρίζω το τσιγάρο της, ο αέρας μου λιγοστεύει τόσο ωραία)

- Άντε διάβασε !

- Μιλάει η Ευγενία : Συνέχισε τίγρη !... ξέσκισέ με αν θέλεις... δεν δίνω δεκάρα... φίλα με, χασάπη, σε λατρεύω ! ... άπλωσε το χύμα σου στις πληγές *...  ... ... ... ...

Μήπως είναι δύο οι τρόποι του κουράγιου; Μήπως κι αυτός που μένει κι αυτός που εκτρέπεται σε άτακτη φυγη ξέρουν τι κάνουν; Θα μάθω; Δεν θα μάθω;

(φωνάζει τη γκαρσόνα)

...

" Είναι κερασμένα από ... πού πήγε; "                   
ένα δρόμο παρακάτω τη φαντάζομαι να τους λέει ... 

4 comments:

Ζωή Φερενικίδου said...

αν δεν πετάξεις και δε σπάσεις τα φτερά δε θα μάθεις, αν δεν τσακίσεις, αν δεν σηκωθείς με ματωμένα τα γόνατα δε θα μάθεις, όχι πως θα ξέρεις αν τσακιστείς, αλλά τουλάχιστον θα ξέρεις πως έχεις προχωρήσει, έστω και με τα φτερά σπασμένα, θα γειάνουν κάποτε. άποψη, μην τη δίνεις και πολλή σημασία, η Ζωή ακόμη στο γύψο είναι. μου άρεσε πολύ το κείμενό σου. να σαι καλά :)

Νίκος Καρακωνσταντής via my Facebook wall said...

Ωραίο αφηγηματικό κείμενο που ψυχογραφεί 3 χαρακτήρες. Η γυναίκα μπορεί να ψυχογυμνώσει καλύτερα από τον καθένα τη γυναίκα. Μπράβο σου.!!!!!!!!!!!!

Setty Lepida said...

Εδώ να πω ότι το σχόλιο αυτό, όπως και το επόμενο, τα ανεβάζω γιατί είναι τιμή μου οι απόψεις των εν' λόγω κυρίων !

Ζαχαρίας Ρουστανης via my facebook wall said...

Τρυφερό, έξυπνο και μου μυρίζει φθινόπωρο...