Wednesday, August 31, 2011

UNE SAISON



ΜΙΑ ΑΤΜΟΜΗΧΑΝΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΑΧΥΡΥΘΜΟ ΣΩΦΡΟΝΙΣΜΟ

ΤΩΝ ΜΙΚΡΩΝ ΚΟΡΙΤΣΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΙΚΡΩΝ ΑΓΟΡΙΩΝ

Οι Πατεράδες και οι Μανάδες, οι Μπαρμπάδες, οι Θείες, οι Κηδεμόνες, οι Δάσκαλοι και οι Δασκάλες των Οικοτροφείων και γενικά όσοι έχουν παιδιά τεμπέλικα, ατίθασα, απείθαρχα, πεισματάρικα, αυθάδικα, καβγατζίδικα, προδοτικά, φλύαρα, άθρησκα, ή που έχουν κάποιο άλλο κουσούρι, ειδοποιούνται ότι ο κ. Μπαμπούλας και η κ. Στρίγγλα εγκατέστησαν στην πρωτεύουσα κάθε δήμου της πόλης του Παρισιού, μια Ατμομηχανή, και δέχονται στα καταστήματά τους κάθε μέρα από τις 12 το μεσημέρι ως τις 2 το απόγευμα, όλα τα κακά παιδιά που έχουν ανάγκη να σωφρονιστούν.

Οι κύριοι: ο Λυκάνθρωπος, ο καρβουνιάρης Ροτομάγος, ο Φαταούλας, και οι κυρίες: η Πάνθηρα η λυσσασμένη, η Μπουμπούνα η ανελέητη και η Ξυλοποδαρούσα η αδίψαστη, όλοι φίλοι και φίλες και συγγενείς του κ. Μπαμπούλα και της κ. Στρίγγλας, σύντομα θα εγκαταστήσουν παρόμοιες μηχανές για να τις στέλνουν σε επαρχιακές πόλεις, όπου θα πηγαίνουν και αυτοί για να διευθύνουν τη σωστή λειτουργία τους. Η ευκολία της αναμόρφωσης που εξασφαλίζει η Ατμομηχανή, και τα καταπληκτικά αποτελέσματα που έχει, κάνουν τους γονιούς να τη χρησιμοποιούν τόσο συχνά, όσο το επιβάλλει η κακή διαγωγή των παιδιών τους. Επίσης τα αδιόρθωτα παιδιά τα παίρνουν οικότροφα και τα ταΐζουν μόνο με ψωμί και νερό.

(κείμενο από γκραβούρα –τέλη 18ου αιώνα- Ιστορικές συλλογές του I.N.R.D.P.)

- M. Foucault / Επιτήρηση και τιμωρία, η γέννηση της φυλακής

-----------------------------------

Αν δεν απατώμαι

ήταν εκείνο το παράξενο

μηχάνημα που είχες κι εσύ

κρυμμένο στο υπόγειο

του κορμιού σου

------------------------------

«Τελευταία μέρα του καλοκαιριού,» είπε πίσω από την απογευματινή του εφημερίδα, «τι θέλεις να κάνεις σήμερα;» γύρισε το φύλλο συνεχίζοντας την ανάγνωση, και σα να μην περίμενε απάντηση χάθηκε για ακόμη μισή ώρα στις σειρές που ανακοίνωναν τη συγχώνευση δυο τραπεζικών κολοσσών, για τις μακροοικονομικές επιπτώσεις και ένας θεός ήξερε τι άλλο.

- Σήμερα ξύπνησα ημίγυμνη και έκλαψα.
Έκλαψα από ευγνωμοσύνη για το αίμα που κυκλοφορεί μέσα μου.
Έκλαψα στην ωδίνη της απλότητας των πραγμάτων που δεν ζυγίζονται και δεν κατανέμονται ως γεγονότα, για τα υπέργεια βραδύκαυστα συμβάντα των μικρών ωρών, όπου ο χρόνος και ο τόπος ακινητοποιούνται, ίσα για να βαστάξουν τις σχίζες της καρδιάς μας.

Έκλαψα για όσες φορές υπήρξα παιδί, για όσα τρυφερά ‘ωτοστόπ’ κατάφερα σ’ εκείνη την ηλικία… δεν καταλαβαίνεις τι εννοώ όταν λέω ωτοστόπ; Εννοώ τις φωτογραφίες που τραβήχτηκαν με την παλιά μηχανή του πατέρα μου, τα ρόδινα γκρο-πλαν των εκδρομών μας, όταν με έπαιρνε μαζί του στα ποδόσφαιρα (για τα οποία αδιαφορούσα, όμως πάντα αποτελούσαν μια καλή δικαιολογία για αμαξάδα), εννοώ τα χέρια του πάνω στο τιμόνι, και τη φωνή που μου έπλεκε ιστορίες, των οποίων ο ήρωας έφερε πάντα το δικό μου όνομα, εννοώ το φως που έτρεχε πίσω απ’ την πλάτη του καθώς με σήκωνε στα χέρια για να μου πλύνει τα λερωμένα μάγουλα, πώς ονειροπολούσαμε μαζί, πώς χορεύαμε με πόδια γυμνά στο μωσαϊκό του χολ, στα μαύρα μάρμαρα του σαλονιού, πώς ήταν οι απόκριες και το μαγνητόφωνο όπου ηχογραφούσε σε κασέτες τη φωνή μου να τραγουδάει… κι εγώ αναρωτιόμουν γιατί τόσο τον χαροποιούσε αυτή η διαδικασία…

Έκλαψα όχι επειδή τον έχασα, αλλά επειδή ίσως βρήκα ένα κομμάτι του κάπου μεταξύ της νύχτας και των δισταγμών που φέρνει το πρωινό φως.

Κι αφού θυμήθηκα αυτά, προσκάλεσα να έρθουν οι αδύνατες αγάπες, εκείνες που είχαν τους λόγους τους και οδηγήθηκαν στο τέλος τους όπως κάθε ωραίο καρναβάλι, του οποίου η θλίψη κι οι γιορτές τελειώνουν quarta feira…
Κάλεσα να έρθει η φιλία εκείνου του κοριτσιού που όταν μιλάμε κοιταζόμαστε στα μάτια χωρίς φόβο, χωρίς απειλές, που είμαι βέβαιη ότι θα αποδειχτεί μια απ’ τις μεγαλύτερες αγάπες της ζωής μου.
Κάλεσα και τις άλλες μου φιλίες, εκείνες που ο τρόπος τους με έμαθε να κάνω πίσω, να ηττώμαι, ν’ αντιστέκομαι, να περπατώ βλέποντας, να μη χάνω εύκολα την πίστη.
Κάλεσα τις άρπισες των θυμών, των συγχωρέσεων, τη σφοδρότητα των τραγουδιών, τα ακόμη ανεξήγητα ξεσπάσματα, τις πέτρες των σκανδάλων μου, τους παππούδες που δεν γνώρισα, τους βιολογικούς σπορείς μου, την ειμαρμένη, τα γράμματα που σου έγραψα και διάβασες σαν συνταγές γιατρού που μέλλουν να καταλήξουν σ’ ένα συρτάρι χωρίς ποτέ να πας μέχρι το φαρμακείο… κάλεσα τις μυρωδιές των φαγητών της μαμάς, τα χρυσά χέρια της θείας, τα γέλια του αξάδερφου, τις παλιές ταινίες, τη μυρωδιά των διαδρόμων της σχολής, τη στάχτη της κιμωλίας που χρόνια λέρωνε τους αγκώνες μου, ό,τι μπορούσα να μαζέψω κάλεσα…

Γι’ αυτό το μόνο που θέλω να κάνω σήμερα είναι να ζήσω… να ξυποληθώ, να τρέξω, να ζήσω κι άλλο, άπληστα, να κάνω έρωτα, να σπιθίσω ξανά … να… ακούς;

- Μμ..; … τι έλεγες;

- … … … (!;)

- Συγγνώμη, ήμουν αφηρημένος, διάβαζα για…

- .. τη συγχώνευση;

- Ναι, άκου εδώ…

…………………..

…………………..

…………………..

…………………..

…………………..

λοιπόν, δεν μου είπες… τι θέλεις να κάνεις σήμερα;»

- Εεε….

- Να πάμε σε κανά ταβερνάκι για ψαράκια;

της χαϊδεύει το μάγουλο.


- να … ας πάμε…

- ωραία !

- ωραία …

( ω ρ α ί α ; )



3 comments:

Christine said...

suglonistiko...me syginises... :)
RELIGHT YOUR FIRE DARLING

Carlito said...

"Γι’ αυτό το μόνο που θέλω να κάνω σήμερα είναι να ζήσω… να ξυποληθώ, να τρέξω, να ζήσω κι άλλο, άπληστα, να κάνω έρωτα, να σπιθίσω ξανά … να… ακούς;"

α ρε setty κάτι τέτοια ποστάρεις φθινοπωριάτικα και τελικά θα πάω για ποτό.!!

Καλησπέρα!

η Kate said...

ti keimeno ki afto !