Wednesday, August 18, 2010

Οι ληστές της Αράχοβας

Όταν ακόμα δεν υπήρχε χιονοδρομικό, επιχειρηματίες, Καγιέν, και Padre- Padrone , κι ο δρόμος ήταν κατσικόδρομος όλο λακκούβες, καβαλίνες και σαμάρια, ο Μόης που τον έλεγαν και Σφεντόνα, ξεκίνησε από την Κάτω Μουσουνίτσα, να πάει να βρει τους ληστές της Αράχοβας.

Του είχε καρφωθεί η ιδέα ότι η ζωή των ήταν μια σπουδαία περιπέτεια κι ότι αφού ο ίδιος ήταν δεινός ιχνηλάτης και τόσο καλός με τη σφεντόνα, θα μπορούσε να τους πείσει να τον πάρουν στην παρέα τους.

Εδώ που τα λέμε η ζωή τους δεν ήταν και τόσο ρόδινη. Μπάνιο έκαναν σπανίως, ζούσαν σε κάτι άθλια γκρόττα που μύριζαν κατρουλίλα, πλακώνονταν στις φάπες για να περνάει η ώρα τους, κι όταν έπιναν τον αγλέορα ξερνοβόλαγαν για να ξαναπιούν. Ήταν λίγο-πολύ λεχρίτες δηλαδή.

Όμως ο Μόης ο Σφεντόνας δε νοιαζόταν για τις συνθήκες διαβίωσης, άλλωστε σε στάνη είχε μεγαλώσει, κι ήταν συνηθισμένος στη μπόχα. Αυτό που τον απασχολούσε ήταν η έκρηξη αδρεναλίνης, και το πλιάτσικο.

Σε όλη τη διαδρομή από την Κάτω Μουσουνίτσα ως τους Δελφούς σκεφτόταν τον εαυτό του ως μέλος της συμμορίας, να καβαλάει το δικό του άλογο, να φοβερίζει αθώους πολίτες με απειλητικές επιστολές και πιθανές δολοφονίες αν δε συμμορφωθούν, και να κάνει γουρουνιές με κλεμμένες παρθένες.

Με τον καιρό θα αποχτούσε επιρροή ανάμεσα στα αποβράσματα και θα γινόταν- ποιος ξέρει;- ίσως κι αρχηγός τους, σα το μεγάλο λήσταρχο Νταβέλη. Τέτοια κι άλλα παρόμοια είχε ο Μόης κατά νου, και την είχε καταβρεί με την πάρτη του.

Σκαρφάλωνε δεξιά κι αριστερά, κλοτσούσε τις κοτρώνες και έκανε προσποιήσεις τάχα ότι βρίσκεται σε μπλόκο, έβαζε στη σφεντόνα του ένα καρύδι και το τίναζε με μανία στους αόρατους εχθρούς.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά ζύγωσε το άντρο των ληστών και έστησε αυτί μέχρι ν’ ακούσει το ποδοβολητό από τα άλογά τους. Έπειτα τους παρακολούθησε να κατεβαίνουν αγέρωχα την απότομη πλαγιά μέσα σ’ ένα σύννεφο σκόνης. Δε σκόπευε να πεταχτεί μπροστά, γιατί μέσα στο σκοτάδι θα τον έκαναν γραμματόσημο, αλλά να πάει και να τους περιμένει στη σπηλιά τους.

Η σπηλιά βέβαια δεν ήταν αφρούρητη. Οπότε μάζεψε τα κουράγια του, πήρε το ύφος ‘δε μασάω μία’ και προχώρησε για την είσοδο.

Στο άνοιγμα στέκονταν τρεις σωματαράδες ίσα με δυο γελάδια σε μέγεθος ο καθένας. Ο Μόης που ήταν ένα-δέκα με τα χέρια στην ανάταση, δεν έφτανε ούτε να τους γαργαλήσει, αλλά τους είπε όσο πιο άτεγκτα μπορούσε ότι είχε έρθει από μακριά να δει τα αφεντικά τους για μία πολύ σημαντική δουλειά, κι ότι αν δε τον άφηναν να περιμένει, όταν οι λήσταρχοι επέστρεφαν, θα τους περίμενε μεγάλη τιμωρία.

Της πιάτσας καθώς ήταν σιγά μη μάσαγαν από τέτοια, όμως δεν αρνήθηκαν να τον αφήσουν να περάσει. Άλλωστε μόνο ένας ηλίθιος θα ήθελε να βρεθεί μόνος κι άοπλος σε μια σπηλιά γεμάτη από ληστές.

Κάθισε ο Μόης στη φωτιά να περιμένει και ήρθε να του φέρει κρασί μία γυναίκα. Του Μόη γυάλισε το μάτι του, γιατί στην Κάτω Μουσουνίτσα δεν είχαν τέτοιες γκόμενες. Εκείνη όμως τον προειδοποίησε με χαμηλή φωνή να μην απλώσει το ξερό του, γιατί ήταν η αγαπητικιά του τρομερού Ματρόζου.

Αφού είχε πιει δυο-τρεις κατρούτσους, η γκόμενα του εξήγησε ότι ήταν παντρεμένη με έναν έμπορο στην Άμφισσα, ότι οι ληστές την είχαν απειλήσει, πως αν τους καταδώσει θα έκοβαν το κεφάλι του παιδιού της και θα το κρέμαγαν στην πόρτα της, σα να ήταν στεφάνι του Αι Νικόλα, κι ότι όλα αυτά δεν ήταν απειλές ξεκάρφωτες, γιατί την προηγούμενη χρονιά είχαν κάνει το ίδιο με μια Σεγδιτσιώτισσα, μόνο που εκείνης της είχαν περάσει τ’ άντερα κολάρο.

Αργά τη νύχτα ο Καραλίβανος, ο Πατσοκοίλης, ο Λενής και ο Ματρόζος γύρισαν με ένα μπαουλέτο όλο λίρες και ένα βαρέλι κρασί φορτωμένο σε μουλάρι.

Ακούγοντας τα φαεινά του Μόη διασκέδασαν τόσο – τι νόμιζε ο κοντός; Ότι θα έπαιζαν το Δαβίδ με το Γολιάθ; Τότε ένας από αυτούς σκέφτηκε να τον πειράξουν λίγο πριν τον στείλουν αδιάβαστο.

« Αν καταφέρεις να μπεις μες το βαρέλι και να μην ακουμπήσεις το κρασί θα σε κάνουμε έναν από εμάς » του έκανε.

Ο Μόης έβγαλε τα ρούχα του, μπήκε στο βαρέλι και όπως ήταν φυσικό, ακούστηκε το «πλατς».

« Τουλάχιστο θα πάει πιωμένος » έκανε ο Ματρόζος και κλώτσησε το βαρέλι που άρχισε να κυλά στην κατηφόρα.

Η τύχη όμως τα ‘φερε και το βαρέλι ήταν γερό, κι ο Μόης έζησε. Πήγε κουτσαίνοντας στους αστυνομικούς και είπε όσα είχαν γίνει και όσα είχε μάθει.

Μια βδομάδα αργότερα ο Ματρόζος κατέβηκε όπως είχε το συνήθειο στην Άμφισσα να πάρει τη γυναίκα. Το σπίτι όμως ήταν περικυκλωμένο. Την έπεσαν σ’ αυτόν και δύο άλλους απ’ τη συμμορία και τους έδεσαν σαν τα σαλάμια. Βγήκε μπροστά ο Μόης και ρίχνοντας του ένα καρύδι στο δοξαπατρί του είπε: « Say hello to my little friend » και τον έφτυσε κατάμουτρα.

Γιατί βλέπεις ο κοντός μπορεί να είχε φαεινές ιδέες, αλλά είχε και καρύδια.

1 comment:

Anonymous said...

χε χε χε γεια σου ρε blade με τα καρύδια σου

Τζονυ