Tuesday, June 22, 2010

'EΠΑΡΣΙΣ




Είχα μείνει να κλείσω, όταν το σκοτεινό κεφάλι αναδύθηκε μέσα από τις σκιές της παραλίας.

- Αϊ εμ σόρυ, γουί αρ κλόουζντ !
- Και λοιπόν;
έγειρε από τη μία για να βγάλει ένα τσαλακωμένο, μαλακό πακέτο Λάκι Στράικ, από την κωλότσεπη του σορτς. Γρήγορα τράβηξε ένα τσιγάρο, το ίσιωσε με το στόμα, σα να δοκίμαζε να ακονίσει με αυτό τη γλώσσα, κι έδειξε μ’ ένα νεύμα το μπουκάλι τζιν που κρατούσα.

- Ο πελάτης έχει πάντα δίκιο, έπιασα ένα ποτήρι απ’ το καφάσι μπρος μου και άρχισα να βάζω.

Κούνησε δικτατορικά το χέρι να μη σταματήσω. Το ήπιε όλο με τη μία, σαν Γερμανός σε διαγωνισμό μπυροποσίας, και παρήγγειλε ακόμη ένα απ’ το ίδιο, το οποίο κατέβασε με την ίδια ευκολία. Άναψε με τον μαύρο μου μεταλλικό αναπτήρα, και σκούπισε το κούτελο με τον αντίχειρα.

- Μήπως έχεις κανένα αριθμό για ταξί ;
Η προφορά ήταν νότια, υγρή. Η μύτη ανασηκωμένη, γυάλιζε ένα απαλό, ηλιοκαμένο ροζ.
- Τουρίστρια ; 
- Τι σε νοιάζει εσένα ; 
- Μοιάζετε με ξένη. Και στο κάτω-κάτω κουβέντα να γίνεται δεσποινίς … θέλησα να μάθω το όνομά της.
- Ώστε μοιάζω ε;  αδιαφόρησε για την πρόθεσή μου
- … και κουβέντα να γίνεται, σα να μη βιάζεσαι να πας σπίτι σου. Οπότε, βάλε μου άλλο ένα, » η νεροφίδα ακούμπησε μπροστά μου ένα πενηντάευρο «… τα ρέστα δικά σου.»

Παρακολούθησα τη δίψα της. Έπιασα τον εαυτό μου σύνευνο στην κίνηση του αυχένα, που ανασηκωνόταν σταδιακά μέχρι ν’ αδειάσει το ποτήρι. Ο μπάρμαν μέσα μου θαύμασε τη γρηγοράδα του λαρυγγιού και την ακρίβεια του στόματος. Ούτε σταγόνα χαμένη. Αν έπινε συχνά μ’ αυτό τον τρόπο, τότε πώς είχε διασωθεί αστιγμάτιστο και γαλακτώδες το δέρμα γύρω από τα μάτια;

-Λοιπόν, έχεις;
-Τι πράγμα;
Έκανε ένα μορφασμό σα να απευθυνόταν σε διανοητικά καθυστερημένο. Ξεφύσησε προς τα πάνω, και οι αφέλειες του κοντού της καρέ χόρεψαν.
-… τηλέφωνο; ταξί ;

Έψαξα κάτω από τον πάγκο για το χρυσό οδηγό, ή για καμία επαγγελματική κάρτα, αλλά τέτοια ώρα, τέτοια λόγια. Και να μπορούσα να της βρω μια κούρσα, θα έπρεπε να περιμένει για τουλάχιστο μισή ώρα, τετρακόσια μέτρα πιο πάνω, στην ερημιά της ασφάλτου, αφού ο δρόμος για το μπαρ περνάει μέσα από το πευκοδάσος.
Από πού είχε έρθει;
Δεν πήρα απάντηση.
Αν δεν την πείραζε, μπορούσα να την πετάξω ως τη χώρα με το μηχανάκι.
« Μη πάει ο νους σου στο κακό…»
Ένα γέλιο κραταιό, αντήχησε στα αναποδογυρισμένα τασάκια, βρόντηξε στην ταμπέλα ‘προς W.C.’ κι επέστρεψε ανάμεσά μας μαλακωμένο, κι ομοίως υγρό με την ομιλία της.

- Δε μ' απασχολεί,  ο τόνος απότομα σοβαρός.
Η διαδοχική αλλαγή διάθεσης ήταν προφανές πόνημα του Ζαφειριού της Βομβάης, σκέφτηκα. Δεν ήταν παράξενο. Συμβαίνει συνέχεια. Κι ύστερα, μια ακόμη πινελιά. Αυτή τη φορά ως ξαφνικό ενδιαφέρον.

« Εσένα; »
- Τι, αν πάει ο νους μου στο κακό;
 Έγνεψε ναι.

Η ερώτηση μου φάνηκε αστεία. Με μια προσεκτικότερη ματιά, το άσπρο της σορτς και το χαχόλικο κεντημένο μπλουζάκι μπορούσαν κάλλιστα ν’ ανήκουν σε κάποια άλλη. Έπλεε μέσα τους. Το μάτι μου διαμαρτύρονταν για το μέγα σφάλμα του άδειου χώρου ανάμεσα στο στέρνο και το ύφασμα, αυτό που με τα φιλαράκια μου θα είχαμε –ίσως όχι με τόσο τακτ - προσδιορίσει ως ‘δύο πλάτες’..

Αντίθετα τα μάτια της, αμυγδαλωτά, και τραβηγμένα εξείχαν στο μεγάλο για τα δεδομένα του κορμιού κεφάλι.

Είχε σχήμα παιδιού_ ή χειρότερα, έτσι όπως καθόταν, με τα πόδια σγατζωμένα στο σκαμπό, λιποβαρή και προμήκη… σχήμα εντόμου.

Ναι, έμοιαζε με μεγάλη ακρίδα, τίναξα μια ανατριχίλα από τη ραχοκοκαλιά μου... παράξενη γκόμενα.

« Μην ανησυχείς » τη διαβεβαίωσα
- Καλά

Ανηφορίσαμε ανάμεσα σε πεύκα και κοτρώνες. Η ανάβαση δεν ήταν εύκολη, και το αθόρυβό της πάτημα, μ’ έκανε αρκετές φορές να κοντοσταθώ και να κοιτάξω πίσω, για να βεβαιωθώ ότι ακολουθούσε. Έκανα μεταβολή και συνέχιζα. Πλησιάζοντας ολοένα πιο κοντά στο δρόμο, είχα την αίσθηση ότι σκαρφάλωνα τη ράχη ολομόναχος. Κι όμως βρισκόταν πάντα ένα βήμα πιο πίσω, κοιτάζοντάς με σιωπηλά κατάματα, πότε μ’ ένα χαμόγελο Τζιοκόντας και πότε σοβαρή όπως ο παπάς πριν σε κοινωνήσει. Όταν τελικά βγήκαμε στην άκρη του περιφερειακού, κι ενώ η θάλασσα κάτω στο βάθος πάλλονταν, μαύρη και λιπαρή, βογκώντας σαν ξεβρασμένο κήτος, την είδα να περνά απέναντι και να μου γνέφει.

Της κούνησα το χέρι δείχνοντας το μηχανάκι κλειδωμένο στον κορμό ενός δέντρου, κι έκανα νόημα να έρθει πίσω. Μου ανταπέδωσε μια κίνηση που δεν κατάλαβα τι σήμαινε, μα υπέθεσα ότι εννοούσε να πάω εγώ προς τη μεριά της.

«Όχι- όχι, εσύ έλα από εδώ… Η χώρα είναι από δεξιά,» τέντωσα τον αντίχειρα « απ’ την άλλη πάει για το Ψαλίδι.»

Προς στιγμή θεώρησα ότι κατάλαβε, γιατί την είδα να δρασκελίζει κατά εμένα. Πάλεψα κάμποσο με το λουκέτο, που κατά ένα περίεργο τρόπο δεν έλεγε ν’ ανοίξει. Άρχισα να το τραντάζω πάνω-κάτω, βλαστημώντας, όταν οι προβολείς και το απανωτά διαπεραστικό κλάξον μιας διερχόμενης νταλίκας μου πάγωσε το αίμα. Πέταξα κάτω τα κλειδιά και στράφηκα στο δρόμο. Δεν ήταν δα και καμιά λεωφόρος, χρειαζόσουν μόλις δυο λεπτά για να τον διασχίσεις, κι όμως αυτή στεκόταν εκεί, καταμεσής, με τα πόδια-καλαμάκια, και τις παλάμες κολλημένα στο οδόστρωμα, χωρίς να το κουνάει, σαν κάποιο τετράποδο που αποσβολώνεται μπροστά στη μακρινή σου σκάλα.

« Τι διάολο κάνεις; » φώναξα.

- Έχει πέσει κάπου εδώ ,  πρόλαβε ν’ απαντήσει προτού το μούγκρισμα του φωτισμένου κτήνους με ρίξει στα γόνατα με τα μάτια κλειστά, και τα χέρια στο κεφάλι, να περιμένω σα μαλάκας τον άθλιο παφλασμό της πρόσκρουσης, τον εκτραχηλισμό του μικροκαμωμένου σώματος, και το αποτρόπαιο ξέσκισμά του.

«Άντεγαμήσουπαλιομαλάκαγαμώτοναντιθεόσουγαμώ»
ένα καντήλι βούλιαξε στον απόηχο της παρατεταμένης κόρνας. Άνοιξα τα μάτια για να δω σειρές φωτάκια στα πλευρά του φορτηγού να προσπερνούν το παραμορφωμένο απ’ την τρομάρα στόμα μου, και το αριστερό χέρι του οδηγού να στέλνει μούντζες από το ανοικτό παράθυρο.

Στην άλλη μεριά του δρόμου, το πρώην αποσβολωμένο πλάσμα, στεκόταν όρθιο και χαμογελαστό με τα λουγδιά του ν’ ανεμίζουν.

Η αγωνία είχε λάβει το αισιότερο δυνατό τέλος. Αντί να νιώσω ανακουφισμένος, αισθάνθηκα το λαιμό μου να πρήζεται από θυμό. Πρόφερα « Έλα ‘δω ! » με ύφος που, αν δεν έφτανε στ’ αυτιά μου με τη δική μου φωνή, θα τρόμαζε κι εμένα.

Ήξερε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, γιατί πήρε μια έκφραση, σα να έλεγε ‘θ’ αστειεύεσαι...’.

Μα εγώ δεν αστειευόμουν, κι εκείνη δεν έκανε βήμα. Απλά συνέχισε να ευσταθεί στο σημείο που η πίσσα έγλειφε το χώμα, αργά ανασηκώνοντας και κατεβάζοντας τις πατούσες, όπως κάνει ένα άτακτο παιδί που επιμένει να σε προκαλεί, ισορροπώντας σ’ ένα επικίνδυνο σημείο.

- Τι διάολο σκεφτόσουν;
Καμία απάντηση.
« Είσαι ηλίθια κοπέλα μου;»
Το αυτό.
« Να πας να γαμηθείς τότε!»
Παλινδρομική κίνηση χεριού
« Μαλάκας ; »
Συμφώνησε χαχανίζοντας.

Χρειάστηκαν μόνο λίγα δευτερόλεπτα να διαβώ τα λίγα μέτρα που μας χώριζαν. Ρίχτηκα πάνω της με όλη μου τη δύναμη. Δεν ήταν δύσκολο να ανατρέψω τη μικρή της μάζα, που βούλιαξε κάτω από το βάρος μου σα λαστιχένιο στρώμα. Τα δάχτυλά μου βρήκαν πάνω στα δόντια του μαλακισμένου εντόμου. Εκείνο γέλασε ηχηρά, όπως είχε κάνει νωρίτερα στο μπαρ, πράγμα που εξοργίζοντάς με ακόμη πιο πολύ, μ’ έκανε να το χαστουκίζω μ’ όση δύναμη άντεχα να μαζέψω ξαπλωμένος. Οι επόμενες γροθιές βρήκαν καλύτερο στόχο. Μία από αυτές της έσκισε το πάνω χείλος, ζωγραφίζοντας μια κόκκινη σαΐτα κάτω από το ρουθούνι της. Όμως αυτή δεν έπαυε, πότε να ξεκαρδίζεται και πότε μόνο να υπομειδιά, ώσπου στο τέλος μ’ άρπαξε απ’ το γιακά του πουκαμίσου και τύλιξε τα πόδια γύρω μου, σφίγγοντας τα νεφρά. Η επίγνωση τόσης ανθεκτικότητας, έφερε νέα πάλη. Αδράζοντας τη απ’ το λαιμό της έσπρωξα το κεφάλι κάτω. Κουτρουβαλήσαμε αδέξια στα βάτα, σκορπώντας πνιχτά βογκητά και κερδίζοντας χαρακιές- παράσημα σε όση σάρκα απέμενε ντυμένη, ενώ η τελική πτώση, μας βρήκε βουτηγμένους σε καυτές σβουνιές προβάτων, ν’ αναζητούμε κοιτάσματα οξυγόνου.

« Λοιπόν; » βαριανασαίνοντας ακόμη στράφηκα στη μεριά της.

Στο φως του φεγγαριού μπορούσα να θαυμάσω τ’ ολότελα κυβιστικό αποτέλεσμα του έργου μου. Μια φάλαγγα τραυμάτων και τσαλακωμένων πεδίων σ’ όλη την επιφάνεια του δέρματος, έδιναν την εντύπωση ότι τα χαρακτηριστικά στο σώμα και το πρόσωπο είχαν αρχίσει να εισχωρούν το ένα μέσα στο άλλο.

- Τι λοιπόν;  το μισόγελο δεν είχε φύγει απ’ τα χείλη της.
- Συγγνώμη αν το παράκανα …Πρώτη φορά που …

Αγνόησε τη φράση μου με το χαρακτηριστικό της τρόπο

- Γλίτωσε κανά τσιγάρο άραγε; μονολόγησε και παρά τη δυσκολία ν’ ανασηκωθεί, κατάφερε να βγάλει απ’ την κωλότσεπη του χιλιοσκισμένου, όχι-και-τόσο-άσπρου-πια σορτς, το τσαλακωμένο πακέτο.

Έβγαλε έναν αναστεναγμό και με το χέρι να τρέμει ελαφρά, έφερε ένα σπασμένο τσιγάρο στο στόμα της και το σάλιωσε.

Έσκαψα με την ίδια τρεμούλα στην τσέπη του τζιν, κι έβγαλα το μαύρο αναπτήρα, ελπίζοντας πάρω μιαν απάντηση. Εκείνη ρούφηξε άπληστα και φύσηξε με φόρα τον καπνό στο ιδρωμένο μου κεφάλι.

« Δε θα μου πεις; »
- Άκου εδώ…, στηρίχτηκε στα γόνατα και στάθηκε όρθια. Από εκεί κάτω, έβλεπα μικρές, μαύρες ρίγες αίματος να κυλάνε ανάμεσα στα λεπτά της μπούτια… « η κάρτα μέλους έχει όσες απαντήσεις χρειάζεσαι. Εγώ τελείωσα, οκέι; »

Ακολούθησα την προτροπή της.
Δε διέφερε πολύ από πιστωτική. Στο κέντρο με πλάγια πλατινένια γραμματοσειρά :

ΕΠΑΡΣΙΣ
Εταιρεία Παροχής Συγκινήσεων
και κάτω από τη μαγνητική ταινία
Εδώ ο πελάτης έχει πάντα δίκιο

« Και ψτ, πού είσαι; Αν ξαναχρειαστείς τίποτα, είμαστε ένα τηλεφώνημα μακριά » γουργούρισε λίγο πριν απομακρυνθεί κουτσαίνοντας και χαθεί μες τη μαυρίλα.

2 comments:

Anonymous said...

καλό !

MODA GEZGİNİ said...

hello lepida.blog beatiful.harika blog izleyicin oldum.thank you.kısses