Tuesday, June 22, 2010

η γειτόνισσα




Τα εξοχικά μας συνορεύουν. Οι προσόψεις βλέπουν στο δρόμο, και οι βεράντες αντικριστά. Για κάμποσα χρόνια, τα ξύλινα παραθυρόφυλλα των απέναντι ήταν καλυμμένα με χοντρό νάιλον, αλλά τα δωμάτια δεν είχαν κουρτίνες. Έτσι, την έβλεπα, ό,τι κι αν έκανε.

Έδειχνε να μεγαλώνει πιο γρήγορα από εμένα, παρόλο που της έριχνα δώδεκα χρόνια.

Αυτή 12 , εγώ 24
Παίζει με κούκλες, τραγουδά δυνατά τα χιτ της δεκαετίας του 80΄, δεν ξέρει όλους τους στίχους και βάζει δικά της λόγια στα κενά. Μαλώνει με τις φίλες που έρχονται να παίξουν μαζί της, κυρίως για φουστάνια. Είναι ψηλή για την ηλικία της. Έχει τσαγανό και της αρέσει να κάθεται στο πάτωμα.

Αυτή 14, εγώ 26 (δεν έχω αλλάξει και πολύ από τα 24)
Βάφεται κρυφά απ’ τη μάνα της. Κάτω απ’ τον καθρέφτη της τουαλέτας έχει κρυμμένα ρουζ και κραγιόν. Οι κούκλες έχουν μετακομίσει στο πατάρι. Τραγουδά δυνατά τα χιτ της δεκαετίας του 90΄, ξέρει όλους τους στίχους, τα αγγλικά της βελτιώθηκαν πολύ. Έρχονται οι φίλες της και τις βάφει. Ανταλλάζουν ρούχα. Προλαβαίνω να δω ένα αθλητικό γαλάζιο σουτιέν.

Αυτή 16, εγώ 28 (πόση διαφορά να έχω από τα 24;)
Πηγαινοέρχεται με ένα αγωνιστικό ποδήλατο. Το οδηγεί χωρίς να κρατά το τιμόνι, και της αρέσει να κινείται σε οχτάρια. Φωνάζει τις φίλες της από τα διπλανά σπίτια, και πηγαίνουν για μπάνιο αλαλάζοντας. Γελούν χωρίς να νοιάζονται τις ώρες της κοινής ησυχίας. Τα βράδια αρχίζει να μένει έξω λίγο πιο αργά. Όταν μαζεύεται, τα μεσάνυχτα, ανάβει ένα φως πορτοκαλί και δεν κοιμάται. Ψηλά στον τρίτο όροφο, του πύργου της, γιατί μένει άραγε ξύπνια; Διαβάζει μπρούμυτα με γυαλιά μυωπίας κρατώντας σημειώσεις σε τετράδιο. Όλα κάτω απ’ το σεντόνι ,κι οι γάμπες ακάλυπτες κινούνται πέρα-δώθε. Προλαβαίνω να δω πώς αναποδογυρίζει συνεχίζοντας το διάβασμα ∙ ένα, διανοούμενο ξενυχτάκι…

Αυτή 24, εγώ 36 (αισθάνομαι μάλλον 22)
Ντύνεται για να βγει. Φοράει μια σειρά βραχιόλια- βέργες που κουδουνίζουν σε κάθε κίνηση του χεριού, κι ένα άσπρο πουκάμισο δεμένο στη μέση. Κατεβάζει το κεφάλι, ανακατεύει τα μαλλιά να κατσαρώσουν, βρέχοντας τα με μπάλες αφρό. Βγαίνει ξέγνοιαστη στη βεράντα. Ανάβει ένα τσιγάρο και το κρατά από τη μέση. Σε κάθε ρουφηξιά, το κόκκινο χρυσάνθεμο μιας καύτρας δίνει στίγμα. Δεν τραγουδάει όπως παλιά. Σιγομουρμουρίζει. Βγαίνει μετά τις δώδεκα. Κι εκεί που εμείς φιλοξενούμε τα κουνιάδια και τα πεθερικά, παίζοντας χαρτί ή βλέποντας τις τελευταίες ειδήσεις, ακούγεται η μηχανή της. Βάζει μπρος. Τη σκέφτομαι να εξαφανίζεται. Διαρκώς εξαφανίζεται. Προλαβαίνω να δω τα μαλλιά της ν’ ανεμίζουν κάτω από το κράνος.

Αυτή 29, εγώ 41 ( νιώθω 24, 22, ποιος ξέρει; Ίσως και 19)
Ο γκόμενός της είναι ψηλός. Ξανθός με μούσια ξανθά, αθλητικός. Φοράει κάτι ριγέ πουκάμισα και λευκά, φλώρικα παντελόνια. Ένα ενενήντα. Και σκέτο γομάρι.

Τον παίρνει στο τηλέφωνο, γιατί δεν ήρθε ακόμα; Της απαντά κάτι άσχημο; Αμέσως σηκώνει τα χέρια της. Ωρύεται « Παράτα με, θα βγω με τις φίλες μου, σου είπα …»

Το πρόσωπό της έχει κοκκινίσει, ο λαιμός πληγωμένος, γέρνει.

Σαν πελαργός σηκώνει το ένα πόδι. Σαν γερανός που πάει να γκρεμίσει το αυθαίρετο, σπρώχνει με φόρα την πλαστική καρέκλα της βεράντας. Το ψεύτικο έπιπλο σέρνεται πέρα.

Ανάβει ένα φως πορτοκαλί και δεν κοιμάται. Ξεντύνεται. Δε θα βγει με τις φίλες της όπως είπε.

Περιφέρεται γυμνή – επιτέλους- θεόγυμνη. Χρίστε μου !

Το ίδιο νάιλον στα παραθυρόφυλλα, ακόμη δίχως κουρτίνες. Στο θερμοκήπιό της, μια ώριμη, γλυκιά ντομάτα, κάτω απ’ τα αστέρια, στο βραδινό αέρα, ακούγεται ο Ντύλαν. Lay Lady Lay… οι βαριές θηλές της λάμπουν… lay on my big brass bed… αν ήμουν εγώ στη θέση του, δε θα την άφηνα λεπτό μόνη. Θα έκανε ό,τι ήθελε, όποτε ήθελε… θα τολμούσα να της πω, ότι εκείνη μεγαλώνει κι εγώ μεγαλώνω- και μαζί μικραίνω… κοιτώντας.

Αν δεν έκανε τόση ψύχρα απόψε … θα κρατούσε το πατζούρι ανοικτό;

_ Πριν ασφαλίσει προλαβαίνω να δω ότι μου κάνει κωλοδάχτυλο_

1 comment:

Anonymous said...

καλύτερο !