Tuesday, April 13, 2010

interview



Τον κοίταζε από την άλλη άκρη του δωματίου. 
Αναγκασμένος (;) να απαντά σε ερωτήσεις που αφορούσαν διάφορα ανόητα πράγματα, στα οποία κανένας φυσιολογικός άνθρωπος δεν καλείται να αποφανθεί, τα είχε βάλει με τα μαλλιά του. Περνούσε τα δάχτυλα κάθε τόσο ανάμεσά τους, χαμογελούσε και άλλαζε χρώματα _ που κινούνταν ανάμεσα στο ροδί και το άσπρο. Φαινόταν σα να κατάπινε αργά το άγχος του, σα να έκρυβε κάποιου είδους απελπισία, ή απλά σα να υπέφερε από το στομάχι του. Το ωραίο πρόσωπο της ημέρας σκλήραινε απότομα, όταν ερχόταν η ώρα να απαντήσει σε προσωπικά θέματα. Έλεγες, τώρα θα σηκωθεί και θα πει "τι μαλακίες είναι αυτές, πώς φαντάζεσαι ότι μπορεί να τις απαντήσω;". Όταν πάλι η ερώτηση άφηνε περιθώρια, το στόμα που πολλές θα ήθελαν να δοκιμάσουν, γελούσε σα να το απολάμβανε πραγματικά.
Πώς ζουν αυτοί οι άνθρωποι με τον εαυτό τους, αναρωτιόταν. Τι κάνουν αν θέλουν ας πούμε να βγουν μια βόλτα στο τετράγωνο, ή να κάνουν ξέρω 'γω, ποδήλατο στο δρόμο; Το κυριότερο πώς αντέχουν όλο αυτό το ουρλιαχτό που προηγείται και έπεται της παρουσίας τους ; Τι σκέφτονται όταν μετά από ημέρες δρόμου, και ατελείωτες συνεντεύξεις, και υπογραφές, και υπομονή νεανικής τσιρίδας και υπερβολικών εκδηλώσεων θαυμασμού, πάνε το βράδυ στο κρεβάτι; Κλείνουν άραγε τα μάτια και πέφτουν ξεροί όπως όλοι εμείς οι άλλοι, ή ρωτούν το είδωλο στον καθρέφτη του μπάνιου "πώς θα την παλέψω;" Άραγε το βουητό του; ακολουθεί κι εκεί;
Απέξω είχε ξεσηκωθεί το σύμπαν. Κορίτσια κάθε ηλικίας, αγοράκια, μαμάδες, κοπέλες σε κατάσταση αμοκ, είχαν κολλήσει τις μύτες τους στα τζάμια περιμένοντας να βγει από κάπου. Οι τζαμαρίες έμοιαζαν με τεράστια τηλεόραση που εξέπεμπε εικόνες πανικού, καθώς κάποιες από το πλήθος είχαν ήδη (;) δακρύσει από συγκίνηση, ή ετοίμαζαν τα τηλέφωνα και τις ψηφιακές τους μηχανές για να απαθανατίσουν τη μεγάλη έξοδο. Είχε πλάτη σε όλο αυτή τη θάλασσα και έμοιαζε λίγο γελοίο, όπως σε κάτι ταινίες με ζόμπι, που περιμένουν να ορμήσουν και να δαγκώσουν ό,τι δαγκώνεται.
Μ' αυτά και μ' αυτά, οι ερωτήσεις πλησίαζαν στο τέλος τους, και διαπίστωσε ότι δεν του είχε απευθύνει ούτε μία. Όση ώρα το κασετοφωνάκι κατέγραφε τα λόγια και τους δισταγμούς του, κατάφερε να ολοκληρώσει ένα αηδέστατο σχέδιο με στυλό και μολύβι, που ήθελε το κινηματογραφικό φαινόμενο αποσβολωμένο και με ένα πελώριο ερωτηματικό πάνω από το κεφάλι του. Γέλασε με τον εαυτό της, και την κατάστασή του. Κάποτε είχε ονειρευτεί κι εκείνη μια τέτοια ζωή. Αλλά ποιος στα δεκάξι του δεν θα ήθελε να γίνει "κάποιος". Και τι ακριβώς ζωή ήταν αυτή, ακόμη δεν είχε ιδέα. Ίσως καλύτερα που τα παράτησε για κάτι πιο ήσυχο, και βολικό, όπως πχ. να γυρίζει στο κέντρο του Λος Άντζελες και να μαζεύει ιστορίες, για κάποιους σαν αυτόν τον τύπο, που οι δημοσιογράφοι επέμεναν να ονομάσουν ντε και σώνει νέο James Dean. Τι θα έκανε μετά; Τι σχέδια είχε για το μέλλον; Τι γνώμη έχει για τις θαυμάστριες; Έχει σχέση αυτό τον καιρό; Τα μαλλιά του είναι πάντα τόσο ατίθασα από μόνα τους, ή τα χτενίζει έτσι;;;;; Παντού τα ίδια, ο κόσμος τρελαίνεται να ασχολείται με μαλακίες.
Τι ρωτάς όμως κάποιον, που όλοι θέλουν να γνωρίσουν καλύτερα, αλλά δεν πρόκειται να πλησιάσουν, ούτε καν να συναντήσουν τυχαία; Τι ρωτάς κάποιον που σου αρέσει; Μάλλον κάθεσαι και τον κοιτάς, αδιαφορώντας για την ανθρώπινη πλευρά του, στα μάτια σου δεν κάνει ό,τι εσύ, δεν κατουράει, δεν κλάνει, δεν ξύνεται, δεν κοιτάζει το ρολόι σκεφτόμενος "όχι ρε διάολε, πάλι άφησα τα πλυμένα στο πλυντήριο όλη νύχτα". Αυτός εδώ λοιπόν είναι ένα σπουδαίο προϊόν, και ξεπουλάει σαν τρελό, εν' γνώσει του. Τι να ρωτήσεις; Πώς ήταν το πρωί που σηκώθηκες; πώς πήγε η μέρα σου; εμένα μ' έπρηξε η μάνα μου πάλι, σκέφτομαι ότι η ζωή μου με προσπερνά...; δεν κάνεις διάλογο με έναν σαν αυτόν. Aκόμα κι οι φίλοι του θα τον βλέπουν αλλιώς. Λίγο διαφορετικά, σα να λένε "αντε ρε τράβα από 'δω, σιγά το είδωλο. Εγώ περιμένω να επιστρέψει σπίτι να πάω να παίξουμε x-box, θα έρθει όμως; και πώς θα είναι;"

Τώρα ο "νέος James Dean" είχε σηκωθεί. Ξεκαρφίτσωσε το μικρόφωνο και κινήθηκε προς την πόρτα. Το σακάκι του ανέμισε κάτω από τον αέρα του κλιματιστικού.

Τον χάζεψε να βγαίνει απαλά με το ίδιο ελαφρύ περπάτημα που έχει και στην οθόνη, και -ποιος ξέρει; ίσως ευχαριστήμένος. Δεν έχει σημασία, σκέφτηκε, μια άλλη φορά, σε ένα άλλο ξενοδοχείο, σε μια άλλη συνέντευξη, μπορεί και να ρωτούσε κανά δύο πράγματα. Άρχισε να μαζεύει, ακόμη κουνώντας το κεφάλι ενώ κοιτούσε αφηρημένα το ασφυκτικά στριμωγμένο πλήθος έξω.
- Εσύ, εκεί πίσω, δεν ρώτησες τίποτε.  
Ο νέος Dean είχε επιστρέψει, μάλλον θα είχε ξεχάσει κάτι. Είδε το σχέδιο, ακουμπισμένο στην καρέκλα. " Εγώ είμαι αυτός;"
Έγνεψε ναι. Ίσως και να τα καταλάβαινε λιγάκι εκείνα τα κορίτσια έξω. Από τόσο κοντά ήταν μάλλον... ενδιαφέρουσα φυσιογνωμία.
" Κάπως έτσι νιώθω, υποθέτεις;" γέλασε
Ήταν σειρά της να γελάσει.
" Ναι, είναι πολύ σκληρό;"
" Να το πάρω;"
" Και δεν το παίρνεις;"
Πέρασε τα δάχτυλα στα μαλλιά, όπως είχε κάνει τόσες φορές πριν - σχεδόν σήμα κατατατεθέν_
"Ευχαριστώ" ρόδισε, και σούφρωσε τα χείλη. " Δεν μου φάνηκες για φαν, είναι πολύ καλό, αν δεν ασχολείσαι σοβαρά, σκέψου το" 
Ήθελε να του πει ότι δεν είναι φαν, ότι μάλλον, κατά ένα τρόπο τον λυπόταν λίγο.
"Τίποτα" είπε τέλος ενώ σκεφτόταν¨Σκατά, γαμώτο είναι πολύ ωραίος.

No comments: