Friday, April 9, 2010

Το πράσινο κέικ



Δε με λες και ιδιότροπο. Έχω όμως τις προτιμήσεις μου. Μία από αυτές δ ε ν  είναι τα πράσινα κέικ. Ιδιαίτερα αυτό το συγκεκριμένο, που η σολιτέρ Μαντώ μου ετοίμασε και άφησε πάνω στο τραπέζι της κουζίνας με το σημείωμα "Όλο δικό σου, περιμένω εντυπώσεις όταν γυρίσω... Φιλιά Μ."

Θέλω να πω, μη με παρεξηγείς, η Μαντώ (σολιτέρ τη φωνάζω γιατί είναι ολότελα δοσμένη στις πασιέντζες) μαγειρεύει ωραία. Ενίοτε όμως την πιάνουν εκείνα τα μουρλά φλας μπακ, που την ήθελαν σεφ σε δικό της εστιατόριο και ρίχνεται στη μάχη. Κατεβαίνει στην κεντρική αγορά, και σαν δεύτερος Εμίλ Ζολά στο στομάχι του Παρισίου αρχίζει να μυρίζει, να αναλύει, να γεύεται, μέχρι να ανακαλύψει τα υλικά που θα αποτελέσουν τη συνταγή της ημέρας. 

Η συνταγή είναι πάντοτε κάτι μυστήριο, που μόνη της αποφάσισε πώς θα ονομάσει. Οπότε ερχόμαστε στο σύντροφό της, τον Ανατόλ (εγώ είμαι αυτός) που οφείλει να δεχτεί το νέο όνομα και να παραδεχτεί την καινούρια γεύση ως κάτι πρωτόγνωρα (τούτο είναι βέβαιο) συναρπαστικό (τούτο, όχι και τόσο βέβαιο).

Κι ενώ το πράσινο τούτο κέικ στέκεται σε αυτόνομα τετράγωνα μέσα στην περιποιημένη του πιατέλα, εγώ πρέπει τουλάχιστο να φάω ένα κομμάτι, και να αποφανθώ, ότι πρόκειται για σπουδαία έμπνευση, αγαπημένη μου σολιτέρ. Δε μου αρέσει να την απογοητεύω. Παιδιά δεν έχουμε. Κι ενώ γνωρίζουμε καλά ότι εγώ φταίω για αυτό, αν μπορεί κανείς να φταίει που ο οργανισμός του είναι αδύναμος, η Μαντώ ουδέποτε το σχολίασε. Έκανε σα να μην είχε γίνει τίποτε, και συνεχίσαμε να ζούμε τη ζωή, υπό αυτό τον νέο όρο, που επέβαλε το αδύναμό μου, άνευ θεραπείας, σπέρμα, χωρίς δάκρυα, χωρίς παράπονο, τίποτα. Ποιος είμαι εγώ λοιπόν που θα αμφισβητήσω ένα κέικ πράσινο (στο χρώμα της χολής αν με ρωτήσεις), με τόση καλή θέληση ψημένο.

Όμως, αν είσαι κλισέ σαν εμένα, θα καταλάβεις ασφαλώς, πως κάπως έτσι τυπική προσμένω την τροφή μου, τα κέικ να είναι καστανά, κίτρινα, ωχρά, η σοκολάτα μαύρη, καραμέλ, κακάο, οι καρποί ξηροί και λίγο μαυρισμένοι, το γλάσσο σκούρο ή λευκό, τελείως συμβατικά. Αυτό εδώ μοιάζει με σαπούνι.

Θα πεις, καλά αμόρφωτος είσαι; Αφού τα πιστάτσιο είναι πράσινα, και ήδη κάποια από αυτά στολίζουν την κρούστα, αλλού κοκκινωπά και αλλού μοβ, η καλή σου σολιτέρ, έφτιαξε ένα κέικ από ψίχα φυστικιού, δεν θα μπορούσε να είναι άλλο χρώμα. Γιατί λοιπόν κάθεσαι και το κοιτάς σα να είναι η μούρη της μάγισσας μες την πιατέλα, αγνώμωνα άνθρωπε; Να το φας και να πεις και το "αλλόνζ ενφάν ντε λα πατρί" από πάνω. Και να δεις που θα είναι νόστιμο και μαλακό, και θα καταπραύνει τον καημό και των δυο σας.

Όση ώρα σκέφτομαι αυτά, κρεμάω το σακάκι και τη γραβάτα στη ντουλάπα, γυαλίζω τα παπούτσια μου για αύριο, ανοίγω το παράθυρο του μπάνιου και τα κάνω, μετά διαβάζω εφημερίδα κάνοντάς τα, και δεν ξέρω πώς στην ευχή μου κάθεται η ιδέα πως όταν ξαναπάω στην κουζίνα, το πράσινο φρικιό δεν θα είναι εκεί. Θα έχει κάνει ποδαράκια και ποιος ξέρει σε ποιο σκουπιδοφάγο θα 'χει αυτοκτονήσει.

Καλά δεν ντρέπεσαι; Πώς είναι δυνατό να σκέφτεσαι τέτοια πράγματα; Πώς σκατογέρασες και παραξένεψες έτσι; Λες κιόλας πως δεν είσαι ιδιότροπος.
Αν το έβγαζες μια βόλτα; Να το βάλεις σε ένα κουτί από μπισκότα, και να το πας ως το πάρκο; Να το ταίσεις στα περιστέρια; Και τι θα πεις μωρέ στη σολιτέρ; Ότι το έφαγες μονάχος σου ; Και τις έξι κομματάρες; Ούτε στα δεκαοχτώ σου δεν έτρωγες τόσο. Ότι έφαγες όσο έφαγες και το μοίρασες; Σε ποιον το μοίρασες όμως; Στα παιδιά που δεν έχετε; ή στους απόρους; Γιατί να το μοιράσεις; Να πεις την αλήθεια ! Να πεις , Μαντώ σερί, σε αγαπώ, είσαι το φως μου, η ζωή μου όλη, αλλά δεν μπορώ να το φάω. Τι θα σου πει; Θα σε παρεξηγήσει; Σαράντα χρόνια παντρεμένοι, ε, επιτρέπεται να την απογοητεύσεις έστω μία φορά. Την απογοήτευσες ήδη μια φορά... κι αυτή η απογοήτευση έφτασε να γεμίσει τα επόμενα σαραντα-δύο χρόνια. Και της ρίχνεις και μια δεκαετία. Πιτσιρίκα είναι μπροστά σου, ξαναπαντρεύεται που λένε.

Τραβάω μια καρέκλα και κάθομαι κοντά του. Τι με έχει πιάσει τελευταία, όλο γκρινιάζω. Το κοιτάζω. Γυρίζω την πιατέλα. Μυρίζουν τα πιστάτσιο και η κρέμα. Σα να το συνηθίζω σιγά-σιγά. Πατάω το κουμπί του τηλεκοντρόλ και παρακολουθώ το Σαρκό να χερετάει από την Αίγυπτο. Δεν τον ψήφισα, αλλά τον παραδέχομαι. Δες γυναικάρα που θα πάρει. Δυο μέτρα. Έτσι ήταν και η Μαντώ, κορίτσαρος. Κι ακόμα δηλαδή, μια ωραιότατη κυρία. Με τα τακούνια της και τις κομψές της πέρλες, και τα γάντια της, ροδομάγουλη.
Κοιτάζω το ρολόι. Κοντεύει επτά. Όπου να 'ναι θα επιστρέψει από τη λέσχη του βιβλίου, και θα με βρει να κάθομαι στο τραπέζι και να χάσκω μπροστά στην τηλεόραση, το κέικ αφάγωτο. Θα στενοχωρηθεί. Αν της πω ότι την περίμενα να το δοκιμάσουμε παρέα; Φαίνομαι όταν λέω ψέματα. Μου το 'χει πει πολλές φορές. Ανατόλ, μου έχει πει, τρεμοπαίζουν τα βλέφαρά σου όταν λες άγνωστες ιστορίες... έτσι αποκαλεί τα ψέματα, άγνωστες ιστορίες... 

No comments: