Saturday, February 27, 2010

Η Ντίτα θα φύγει

(...)

Το είπε έτσι απλά, σα να έβγαζε τα σουσαμίνια απ' το φούρνο και να ρωτούσε αν βιάζομαι, αλλιώς να τ' αφήσει να κρυώσουν.

- Και πότε σκόπευες να μου το πεις;
- Μα δε θα φύγω αύριο ή μεθαύριο, σήμερα σκόπευα να σου το πω, και αυτό κάνω.
- Εντάξει .... (δηλαδή, το να το μάθω δεν ήταν και η πρώτη σου σκέψη)... το έχεις αποφασίσει μέρες τώρα; (γιατί ποιος ξέρει πόσο καιρό μου βράζεις αυτό το μαντάτο)
- Από την προηγούμενη Δευτέρα, όταν έμαθα ότι ενδιαφέρονται.

Και να 'μαι τώρα εγώ, ζωσμένος, να πρέπει να βρω κάτι καλό να πω για όλ' αυτά, και να της χτυπήσω φιλικά τον ώμο, και να της δώσω συγχαρητήρια, και να τη ρωτήσω για τα σχέδια της όταν με το καλό φτάσει στην άκρη του θεού, και να της υποσχεθώ ότι θα την επισκεφτώ (ποιος ξέρει πότε), και να σηκώσω το ποτήρι μου και σ' άλλα τέτοια ευχάριστα...

- Η αλήθεια είναι ότι δεν το ξέρει κανείς άλλος, ακόμη, γιατί ήθελα να το πω πρώτα σ' εσένα, 
συνεχίζει, διόλου αμήχανη, και λάμπει το πρόσωπό της, και τα φρύδια της ακτινοβολούν, και η μύτη της είναι σηκωμένη, μαζί με μάγουλα, και χείλη και λαιμό, γιατί περιμένει να δει την ευτυχία να σχηματίζεται και στο δικό μου πρόσωπο, και σιγά-σιγά κάνει ένα νεύμα, σαν αυτά τα σκυλάκια που κουνούν το κεφάλι στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου, που θα πει "έλα, ακολούθα με και χαμογέλα γεμάτος αγαλλίαση, που μόλις σου είπα ότι επιτέλους βρήκα δουλειά, και μη διανοηθείς να γίνεις κόπανος..."

- Με τιμάς, Ντίτα,
το όνομά της αφήνει το στόμα και φτάνει στ' αυτιά μου σαν ποπκόρν που σκάζει κάτω απ΄ το καπάκι. Με τέτοια μούτρα που πρέπει να έχω αυτή τη στιγμή, φαίνομαι το λιγότερο αχάριστο γουρούνι, εφόσον δεν έχουμε υπογράψει και συμβόλαιο ότι θα μείνει για πάντα εδώ, να με νταντεύει και να με παρηγορεί όποτε έχω τις μαύρες μου. Θυμάμαι δε, ξεκάθαρα, να την ενθαρρύνω να ακολουθήσει το ταλέντο της όπου αυτό την πάει, και να μην αφήσει τίποτα -πόσο μάλλον κανένα- να της σταθεί εμπόδιο.
Ωραίος πυγμαλίων.
Όχι ότι δεν πίστευα στο ταλέντο της. Απλά θεωρούσα ότι θα ήταν δύσκολο να βρει ακριβώς αυτό που ψάχνει. Την είχα περισσότερο για άνθρωπο που συμβιβάζεται, προκειμένου να έχει τη βολή του. Ειδικά εφόσον τα τελευταία εννιά χρόνια την ακούω όλο να μιλά γι' αυτό, και τελικά να διστάζει. Πολλοί και διάφοροι οι λόγοι της. Πότε η άρρωστη αδερφή της, πότε η γιαγιά, πότε μια πρόχειρη δουλειά, που τελικά αποδείχτηκε σκέτη χρονοβόρα-κακοπληρωμένη μαλακία, τέλος μια σχέση αμφιβόλου σημασίας, και τα λοιπά και τα λοιπά.  

Αν ανησυχώ; αυτό με ρωτάει τώρα η Ντίτα, και μου πιάνει το γόνατο με το κοκκινωπό της χεράκι.

Και βέβαια ανησυχώ, αλλά δεν γίνεται να το παραδεχτώ. Τουλάχιστο όχι έτσι όπως η Ντίτα το εννοεί. Γιατί εκείνη σκέφτεται ότι η αγωνία μου έχει να κάνει με το αν θα νιώθει μόνη στον ξένο, καινούριο της κόσμο, για το αν θα είναι καλά τα λεφτά της (που θα είναι, τώρα τι να λέμε), για το αν θα προσαρμοστεί γρήγορα. Το άκρως αντίθετο με απασχολεί. Θα είναι τόσο στο στοιχείο της εκεί μέσα, με τους σπασίκλες των σχεδιαστηρίων της Ντίσνεϊ, που θα ξεχνάει να πάει στο σπίτι. Και όταν θα επιστρέφει τελικά, μετά από ώρες καταιγισμού ιδεών, θα είναι τόσο ευτυχισμένη και πλήρης, που ούτε θα της περνάει από το νου ν' ανοίξει το skype και να με χαιρετήσει, τι λέω να με χαιρετήσει... ούτε να με κλάσει...

Σκατά τα έκανα πάλι_

No comments: