Saturday, February 20, 2010

Πώς ξεκίνησε το Φαϊτ Κλαμπ


Στην οικογένεια του Λέανδρου έπαιρναν τα γράμματα. Όλοι φιλότεχνοι, φιλόμουσοι, τύπος και υπογραμμός από συνήθειες .

Τα αδέρφια του είχαν μιλήσει νωρίς, είχαν μάθει ξένες γλώσσες από νωρίς, διάβαζαν νωρίς, κοιμούνταν νωρίς, και για να μην τα πολυλογούμε, όλα νωρίς.

Ο Λέανδρος ήταν του αργά. Όχι του αγάλι-αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι, αλλά του άσε και βλέπουμε από αύριο.

Ακόμη χειρότερα, δεν έκανε κέφι ούτε το λάιφσταϊλ, ούτε κανένα από τα γούστα των δικών του, που μεγάλωναν μες τα σχολεία, τα ωδεία, τα θέατρα και τις κουλτουροπαρέες τους.

Μιλούσαν για το Μαινόμενο Ορλάνδο του Αριόστο, τα επαγωγικά ποιήματα του Μπόρχες, το Τριαντάφυλλο για την Έμιλυ του Φόκνερ, το Τζιν Βίγκο και το A propos de Nice, ενώ συνδυάζοντας τις φιλοσοφίες του Σβέντενμποργκ με τα λεγόμενα του Ηρακλείτου, έγερναν μακάρια, με ποτήρια Μπράντι και διάθεση λάουντζ, και ροκάνιζαν κάτι ατάκες τύπου « Θάνατός εστίν οκόσα εγερθέντες ορέομεν, οκόσα δε εύδοντες ύπνος, δε συμφωνείτε φίλοι μου; »

Αυτός πάλι προτιμούσε βαριά κλαρίνα, σκυλάδικα, καρεκλάδικα και να φουμάρει άφιλτρα Σαντέ. Η δική του ιδέα για το μακάριο ξάπλωμα ήταν μετά από ένα γερό πιώμα, στην αγκαλιά μιας θεογκόμενας, που έψαχνε να βρει το φερμουάρ του. Κι αν τέτοια ώρα χρειαζόταν να μιλήσει, το πολύ να έλεγε ‘γουστάρω μωρό μου τις βυζάρες σου’.

Στις διακοπές, η οικογένεια θα έκανε περιήγηση σε κάποια ιστορική πρωτεύουσα, αυτός ντόλτσε βίτα, να ορχείται και να πιάνει κώλους.

Έκφρονες οι γονείς που όχι να εργαστεί δεν μπορούσε, με τόση αμάθεια που τον έδερνε (έβγαλε με το ζόρι το γυμνάσιο), αλλά ούτε να διάγει με αξιοπρέπεια –γιατί λεφτά είχαν αρκετά, θα μπορούσε κάλλιστα να επιδοτείται καθήμενος, αλλά τουλάχιστο να ασχολείται με κάτι πιο υψηλόφρον – αποκλήρωσαν το μαύρο πρόβατο, και ούτε καλημέρα δεν ήθελαν να του λένε.

Δεν του έφτανε αυτό, ένα ξημέρωμα, την ώρα που έβγαινε από το Λα Πριμαντόνα, τον περικύκλωσε μια ‘ομάδα πάταξης χρεών’, όπως τους άρεσε ν’ αυτοαποκαλούνται. Γιατί στα χαμαιτυπεία που σύχναζε, είχε κολλήσει το μικρόβιο του τζόγου. Και καλά όταν είχε τα λεφτά του μπαμπά, αλλά τώρα ήταν επί ξύλου κρεμάμενος, οπότε δεν υπήρχε περίπτωση να τους πληρώσει και να τον αφήσουν ήσυχο.

‘Είσαι ένας, είμαστε τέσσερις, τι λες θα χορέψουμε;’
είπε ο ένας από αυτούς. Ήταν ο πιο μικρόσωμος, μα προφανώς εκείνος έκανε κουμάντο.

‘Να υποθέσω δεν μπορούμε να τα βρούμε’
ο Λέανδρος έκανε ένα βήμα πίσω.

Για μια στιγμή πήγε ο νους του στους δικούς του : στη σιχαμάρα που θα ένιωθε ο πατέρας του, σαν μάθαινε ότι τον έδειραν, στη σνομπαρία των αδερφών του για τη ζωή του Λέανδρου, στα χρόνια που είχαν περάσει ανεπιστρεπτί.
Θυμήθηκε ακόμα κι εκείνη τη δόλια την καθηγήτρια μουσικής, που του είχαν φέρει στο σπίτι για να του μάθει βιολί, κι ο Λέανδρος τη χούφτωνε λέγοντας ‘έχω κι εγώ ένα δοξάρι, θέλεις να σου το δείξω;’ με αποτέλεσμα να πάρει έντρομη των οματιών της, λέγοντας στους γονείς του «αυτό δεν είναι παιδί, είναι ο αντίχριστος…»
Πόσο άσχημα τον είχαν κρίνει. Γιατί, έπρεπε να μιλάει και να ζει σα τζιτζιφιόγκος, για να τον θεωρούν δικό τους; Δεν είχαν σημασία τα χαρτιά και οι πολιτισμοί, ένας καλός πατέρας δεν έπρεπε ποτέ να πει στο γιο του ‘είσαι η ντροπή της οικογένειας…’

Στο μεταξύ τις έτρωγε άσχημα. Ν’ αντισταθεί δεν είχε νόημα, γιατί είπαμε- ήταν τέσσερις και ήταν ένας, οπότε άφησε τα παλληκάρια να κάνουν τη δουλειά τους.
‘Δεν πάει στα κομμάτια,’ σκέφτηκε, ‘τουλάχιστο τώρα βρίσκομαι στο στοιχείο μου’ και μία ξαφνική αγαλλίαση τον πλημμύρισε.


No comments: