Sunday, January 17, 2010

NO LOVER


Photo: courtesy of tiinateaspoon, buy on etsy

Δεν πεθαίνεις όταν περιμένεις,
ακόμη κι αν είσαι πιασμένος
από νήμα πάχους ενός χιλιοστού.
Πεθαίνεις τη στιγμή
που θα ξεχάσεις ό(,)τι περιμένεις
Άγνωστος

Νiko:
Το γραφείο _ χαρτιά τετραγωνισμένα, μια άψογη στοίβα, μολύβια, όλα στο ίδιο χρώμα, με τις μύτες να στοχεύουν το ταβάνι, συνδετήρες στο κουτί τους, στρογγυλά σουβέρ ένα δερμάτινο πυργάκι, κρυστάλλινο πρες-παπιέ ο διάφανος τρούλος του, βιβλία πίσω στη βιτρίνα.

Ωραία, το γραφείο θα περιμένει έτσι clean and dry ώσπου να μπει ο χρόνος.
Έσβησε το φως κι άφησε τα λαμπάκια στο φίκο. Μετέφερε την κούπα του καφέ στο βεσέ και την έπλυνε στο νιπτήρα. Την άφησε να στεγνώνει πάνω σε μια καφέ μαλακή πετσέτα, κλείδωσε και βγήκε.
Όποτε ψάχνει για ταξί, οι οδηγοί που σταματούν είναι πάντα αδιάκριτοι, ή οδηγούν σαν τρελοί, ή δεν ξέρουν το δρόμο. Μόνο μία φορά πέτυχε ένα μελαγχολικό, ήσυχο άνθρωπο που δε μίλησε καθόλου σ’ όλη τη διαδρομή. Είχε απλά κυλήσει πλάι του στο πεζοδρόμιο, είχε ακούσει τον προορισμό, είχε ξεκινήσει και το ίδιο αθόρυβα πληρώθηκε και εξαφανίστηκε. Δεν είχε ρωτήσει τίποτε, δεν είχε μαντέψει τίποτε. Είχε κάνει τη δουλειά του και αυτό ήταν όλο.
Από τότε αποφάσισε πως του αρέσουν τα ταξί. Όχι τα χοντροκομμένα, ή παλαβά ή αποπροσανατολισμένα, αλλά τα ήπια, αυτά που σε αφήνουν να κοιτάζεις απ’ το παράθυρο δίχως σχόλια, ενώ περιμένουν τα δικά σου χωρίς να τα ζητούν. Από τότε παίρνει μόνο ταξί, με την ελπίδα να είναι σαν εκείνο. Δεν είναι βέβαια, αλλά δεν έχει σημασία. Σημασία έχει η αναμονή του ενός. Είναι πιθανό να πάρεις δύο φορές το ίδιο ταξί σε μια πόλη όπου υπάρχουν περίπου 22.000 απ’ αυτά; Τα πάντα είναι πιθανά.

Λόρα:
Τα Σάββατα έχει ρεπό. Παίρνει τον προαστιακό και ανεβαίνει ως το αεροδρόμιο. Της αρέσει να κοιτάζει τα αεροπλάνα να σηκώνονται, ν’ ανακατώνεται με τους επιβάτες, να πίνει καφέ στα κουπάκια του χώρου αναμονής. Θέλει να σκέφτεται ότι μπορεί μια μέρα και να πετάξει.
Απ’ όταν έμαθε να σκαρφαλώνει έκανε το παν για ν’ αποφύγει το έδαφος. Ανέβαινε πρώτα στο μπουντουάρ κι έπειτα στη ντουλάπα της κρεβατοκάμαρας των γονιών, κι από ‘κει πηδούσε παλεύοντας να φτάσει μέχρι το κρεβάτι. Χτυπούσε τα μπράτσα, τιναζόταν και σήκωνε τις μύτες των ποδιών, κρώζοντας για να κρατηθεί ιπτάμενη. Το κρεβάτι ήταν δυο μέτρα μακριά, κι ενώ ποτέ δεν κατάφερε να φτάσει ούτε στα μισά, πετυχαίνοντας διαρκώς μικρά ή μεγάλα τραύματα στα γόνατα, δεν έλεγε να ηττηθεί. Πίστευε ότι μπορούσε αν το ήθελε πραγματικά.
Τώρα οι συνθήκες έχουν αλλάξει, αφήνοντάς της ένα μικρό χούι να παρακολουθεί οτιδήποτε καταφέρνει ν’ αψηφήσει τη βαρύτητα, αλογόμυγες, ακρίδες, μέλισσες, πουλιά στο πάρκο, ψάρια που πετάγονται απ’ το νερό, ένα χαρτί που απογειώνεται από την παλάμη ως τον κάδο, τα αεροπλάνα, τα πόδια μιας χορεύτριας στον πάγο, το χιόνι, τα μαλλιά, οι ανατριχίλες.

Ίσως γι’ αυτό της άρεσε να παρατηρεί το Μ., την αιθεροβασία των μελών του. Αυτό ήταν άλλωστε το μόνο του προτέρημα, μαζί με τους παράξενους χρωματισμούς του δέρματός του στο νυχτερινό φως. Πότε πράσινο, πότε καστανό, θαμπό κίτρινο της λάμπας, μαύρο κόκκινο, βαθύ μπλε βελούδο. «είσαι τέρας» του είχε ψιθυρίσει ανάμεσα σε φιλιά που προσπαθούσε να σπρώξει μακριά. Η ανάσα του, ακόμα και μετά από μισή μπουκάλα ουίσκι δε μύριζε αλκοόλ. Είχε τη μυρωδιά των φιλιών, υπόγλυκη σαν πορτοκαλάδα στυμμένη στο χέρι, ίσως λίγο αλμυρή, ή γλυφή. »γιατί δε σταματάς;» στην ουσία ήθελε να τον τραβήξει στα όριά του, να της σπρώξει το χέρι ανάμεσα στο πουκάμισο και τη ζώνη, να της απαντήσει ότι ήταν μια ψεύτρα. Ήταν επίμονος, με το είδος του πείσματος που δεν είναι απαραίτητο, εν προκειμένω, ήταν παθιασμένος και βλάκας. Θα μπορούσε να ζει στο χτες, στην εποχή που το κόκκινο φωτάκι έξω από ένα σπίτι σήμαινε φτερά, ομαδικούς χορούς και πολλές γυμνόστηθες να κυνηγιούνται μ’ ένα κολιέ αληθινές πέρλες μέχρι τον αφαλό. Θα μπορούσε να φοράει γιλέκο με ρολόι κρεμασμένο από αλυσίδα στην πλαϊνή τσέπη, αυτός που μπορεί να περιμένει σ’ ένα καταχνιασμένο σταθμό τρένων να δει τη ρίγα του καλσόν κάτω απ’ τη φούστα της, ή το άγνωστο παρόν.

Δε γινόταν, του είχε εξηγήσει, δε μπορούσε να προχωρήσει. Δεν το είχε κάνει από σεμνοτυφία (ίσως από τσίπα). Δε μπορούν να σταματούν κάθε τόσο σ’ ένα σταθμό και ν’ ανταλλάσσουν φιλιά, την τρόμαζε αυτό. Με τη σειρά του είχε απορήσει βολικά με τη στάση της «θα προσβληθώ μ’ αυτά που λες, τι σε πάει να πει σε φοβίζω;». Κι εκείνης της ήταν το μόνο εύκολο να περιμένει αντιδράσεις, να παίρνει ρόλους, γάτα, εκμεταλλεύσιμη, αδρανώς ισχυρή, ατσαλάκωτη, σημαδεμένη, αθώο πουλάκι, λύκαινα, σαύρα, άλλωστε το χάρισμα είναι κληρονομικό από καταβολής αιδοίου. Αν ήθελε να πει αυτό, αυτό θα πίστευαν όλοι, με ή χωρίς φτερά και πέρλες. Όμως αυτός ήταν αληθινός ηλίθιος, όχι σαν τους άλλους, δεν είχε ίχνος γυναίκας μέσα του, δε φοβόταν τις απαντήσεις της, δεν έκανε πίσω σε ανόητους ρόλους, τους υιοθετούσε.

Και μέσα σ’ όλα, του είχε πει και μια αλήθεια. Φοβόταν τον εαυτό της μαζί του, ή καλύτερα, τον εαυτό της εξαιτίας του. Ανήκε στο είδος που δεν έβρισκε τίποτε αρκετό, σιχαινόταν τις προσωπικές ζωές των άλλων, δεν ήξερε σε τι διαφέρει η σάρκα από το σώμα, το μυαλό απ’ την πάρλα, ένα χέρι από ένα χάδι. Το κυριότερο δεν είχε κανένα ενδοιασμό να σου ξεκοιλιάσει την αξιοπρέπεια. Δεν ήθελε να έχει τρόπους γιατί δεν πίστευε ότι τους χρειαζόταν.

Μπορούσε να της είχε τάξει αηδίες, δεσμούς και άνετη συντήρηση τους. Δεν το έκανε, παρόλο που του ήταν όσο ευχερές είναι σε μια γάτα να σ’ εκτιμήσει που την ταΐζεις γάλα στο πιατάκι της βεράντας. Γι’ αυτό και ήταν γνήσιος βλάκας, και ταυτόχρονα ένα είδος σπάνιο κι εξωτικό, επιμένοντας στις θέσεις και τις επιθυμίες του. Ήξερε μέχρι που φτάνουν οι δυνατότητες, αλλά κάνοντας πως τις αγνοεί θα είχε περισσότερα να κερδίσει.

Αυτό που δεν καταλαβαίνουμε, που δε μπορούμε ν’ ανεχόμαστε ως γυναίκες, είναι πως κατά βάθος εκτιμήσαμε ό,τι μας χρησιμοποίησε για λίγο, τόσο λίγο που δε προλάβαμε να τ’ ονομάσουμε, να το φτύσουμε, ή να το κατηγορήσουμε για όλα_ το μήλο που δαγκώσαμε το καταπίναμε αμάσητο. Εμένα όμως δε με νοιάζει. Δε θέλω να καθίσω μαζί σου γιατί το δικό μου μήλο είναι σ’ ένα δέντρο μακρινό, όχι γιατί δεν μπορώ ν’ ανέχομαι τα ψέματά σου, θα του εξηγούσε αν καταλάβαινε από τέτοια.

Εκείνος πάλι, αν και θ’ άκουγε κι άλλα τέτοια όχι και μη, λες και τα επεδίωκε, συνέχιζε το κυνήγι της αλεπούς, έστω κι αν αυτό θα σήμαινε να περπατήσει μέχρι το σπίτι του, στο κρύο του Δεκέμβρη, με τη στύση να του κόβει τη λεκάνη. «πες μου καληνύχτα και θα φύγω».. «καληνύχτα».. «είσαι βέβαιη;».. «είμαι, φύγε τώρα» …»φύγε σου λέω, εξαφανίσου».. «λες ψέματα, σαν εμένα».. «όχι, υποσχέθηκες ότι θα με κρατήσεις εδώ μόνο για πέντε λεπτά, τελείωσαν, φύγε».. « είπα ψέματα, σαν εσένα».. Γιατί δεν τα παρατούσε επιτέλους; (δε χρησίμευε σε τίποτα η αυτερώτηση). Δεν έπρεπε να σταματήσει, χρειαζόταν. Αν σταματούσε τώρα υπήρχε μια πιθανότητα να φύγει και να μη ξαναμιλήσουν, ή έστω να μιλήσουν αναίμακτα για την κίνηση, τον καιρό, την κρίση στην αγορά, τις δουλειές τους, το σινεμά, σε κάποια γιορτή ένα γεια χωρίς χειραψίες.

Της είχε ανοίξει το κουμπί στο λαιμό. Εκείνη τον είχε σπρώξει κι είχε αρχίσει πάλι να μιλά. Θα τελείωνε αυτό το βιολί; Το να μην παίρνει κανείς από λόγια, ή μάλλον τέτοια λόγια, δεν είναι απλή υπόθεση. Κι άλλο φιλί, περισσότερη γλώσσα, η κολόνια του είχε μεταδοθεί στους καρπούς της, τα γένια του είχαν γδάρει τόσο άγρια το στόμα της που τον δάγκωσε δυνατά. Πώς καταφέρνεις να σκέφτεσαι τόσο; Βουτάς με το κεφάλι από μια βάρκα, αν σκεφτείς τι κινείται από κάτω, θα σκάσεις σαν άτσαλη κοτρόνα, ίσως πνιγείς, μη σκέφτεσαι, άσ’ τον να κάνει ό,τι νομίζει, κι εσύ νομίζεις άλλα, όλοι νομίζουν άλλα. Είχε εκνευριστεί. «δεν είμαι αυτό, δεν είμαι το κορίτσι στο τρένο, δεν είμαι μαϊμού, δεν είμαι ταυτότητα, δεν είμαι χαρτί, φύγε, φύγε».. «θέλεις να φύγω;»… «σταμάτα να ρωτάς, άνοιξε την πόρτα κι εξαφανίσου»… (κάνε αυτό που δε μπορώ εγώ). Μια χάρη ήταν. Μια τόση δα χάρη στο όνομα κάποιου άλλου, που τ’ όνομά του ποτέ δεν έβγαινε απ’ το στόμα της.


Νiko:
Ωραία, η πόλη θα περιμένει έτσι blue and sad ώσπου να μπει ο χρόνος. Φωτάκια, φαντασμαγορία, σαμπάνιες, βεγγαλικά, ζάχαρη, κουλούρια, παιδιά, χωριά φωτισμένα, καμένα, γαϊδούρια με μετανάστες Αϊ-Βασίληδες, ρολόγια, πολλά ρολόγια.

Περπάτησε στην άκρη του πεζοδρομίου με τα χέρια στις τσέπες του παλτού και το βαθυκόκκινο πουκάμισο ίδρωσε πάνω απ’ τις μασχάλες του.

Ταξί, πού είναι ένα ταξί να σε φέρει στα φωτάκια; Είσαι ένα κουλούρι, ένα φαγώσιμο, ένα κράκερ, το ταξί θα είναι το κουτί σου.

Απόψε πρέπει να βρει ένα καλό ταξί, ένα που να γνωρίζει όλους τους δρόμους, έναν οδηγό με άδεια παλιά, που δε χρειάζεται g.p.s. για να προχωρήσει, που δεν καπνίζει και δεν ακούει μουσική στο τέρμα, που δεν κάνει ερωτήσεις. Θα μπει, θα ρίξει μια ματιά στη φωτογραφία της άδειας, θα του πει να τον πάει όπου θέλει, όπως στο παλιό καλό λαϊκό. Μετά θα μπει σ’ ένα αεροπλάνο, θα κοιμηθεί για δυο ώρες, έπειτα θα πάρει ένα κίτρινο ταξί, θα σύρει τη βαλίτσα στην είσοδο πλάι στο γκαράζ, θα μπει στο πατρικό, θα δει τους άλλους, θα τον αγκαλιάσουν, η καρδιά του θα ραγίσει, θα φάνε, θα ΄ναι όλοι μαζί.

Ήρθε σ’ αυτή την πόλη για τους ξεφύγει πριν έξι χρόνια. Δεν ήθελε άλλο να εξαρτάται, να περιμένει να του πουν πως τον χρειάζονται κι η μέρα να μην έρχεται ποτέ. Δε μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του να διδάσκει σε δημοτικά και γυμνάσια, ήθελε να δικαιούται κι άλλα. Ήθελε να πηγαίνει στη δουλειά που τον συντροφεύει σαν φίλος. Εκείνη η επαρχιώτικη μεγαλούπολη μπορούσε να σου σκοτώσει το μυαλό. Ατέλειωτα λιβάδια λεωφορείων και ουρών δίχως έλεος, κακός συγχρονισμός, ατελείωτος Αθηναϊκός ουρανός, κορίτσια που νομίζουν ότι μπορούν τα πάντα, να ξεχύνονται απ’ τις σχολές με τα μαλλιά πιασμένα κότσο γεμάτο υπολείμματα από γαρύφαλλα και τα μάγουλα λευκά απ’ τα ξενυχτάδικα και τις πίστες. Εκείνος ήθελε σοφία. Ήθελε συστηματοποιημένη γνώση, ήθελε το υπερπέραν να ξεδιπλώνεται με τη μορφή μυστικών κρυμμένων σε ένοπλες συρράξεις και στρατηγικές , ήθελε μια γυναίκα να τον φοβίζει με το μυαλό της , να τον ανατριχιάζει, το κυριότερο δεν άντεχε να βλέπει το βαμβάκι της χώρας να φουσκώνει σε χωράφια γεμάτα δήθεν κοσμοπολίτες και ταβλαδόρους , τη μυρωδιά των πολιτών να σέρνονται στα μπουζούκια σα ζωντανά που βόσκουν, κατουράνε παντού ή περιμένουν ένα χέρι να τους κόψει το λαιμό.

Κάποτε είχε τολμήσει να μιλήσει στον πατέρα του. Μπορούσε να τον καταλάβει; Ποιος ξέρει αν το φορτισμένο «αφού το θέλεις, πήγαινε γιε» είχε να κάνει με τ’ ότι τον κατανοούσε ή με τ’ ότι τον θεωρούσε φάντασμα, όπως ο ίδιος τον εαυτό του; Ποιος ξέρει αν ο πατέρας φοβήθηκε πως το παιδί είχε μείνει πολύ καιρό δίχως χάρες, ή αν του είχε κληροδοτήσει τη δίψα του ναυτικού, που δεν αντέχει να μένει στο ίδιο μέρος, που βαριέται τη συνήθεια και τον άδειο τοίχο, που έχει καρδιά σε σχήμα πυξίδας;

Τον ίδιο καιρό, λίγο αφού είχε φύγει, η παιδική του αγάπη παντρεύονταν ένα βλάχο σ’ ένα μακρινό χωριό. Έτσι κι αλλιώς δεν είχε ποτέ μια ευκαιρία, οπότε στα κομμάτια κι αυτή. Παράλληλα, μια άλλη γυναίκα (αν μπορούσε κανείς να δει έτσι αυτό το ακούραστο κι επίμονο ον) ψαχούλευε τη ζωή του με το μικρό της σκαλιστήρι, ανοίγοντας τρυπούλες, πληγές και μπαλώματα, που ο ίδιος δεν άντεχε να κοιτάξει καν, τραύματα μολυσμένα καιρό, λέγοντας πες μου αυτό και πες μου το άλλο, προκαλώντας του φρίκη και ταυτόχρονα την ανάγκη να της εξομολογείται στάλα-στάλα. Είχε άπειρες φορές πείσει τον εαυτό του ότι μπορούσε και έπρεπε να την ξεκόψει όσο το δυνατό νωρίτερα. Κάθε μια από αυτές τις φορές εκείνη επέστρεφε πιο δυνατή, σαν χρόνιος πόνος. Τον έγδυνε με τα λόγια της, τον τραβούσε από το λαιμό σ’ ένα εντατικό πανηγύρι υποδόριου σεξ, όπου μόνη της όριζε τις κινήσεις και το ρυθμό. Δεν μπορούσε να δει πόσο καθοριστικό ήταν ένα όχι; Δε μπορούσε να πειστεί πόσο το εννοούσε όταν της απαντούσε ότι είναι κάτι άλλο από αυτό που εκείνη φαντάζονταν, ότι δεν είχε χρόνο παρά μόνο για να ξεφύγει; Όχι, εκείνη ορκιζόταν ότι τον έβλεπε ξεκάθαρα κάτω από το μεγεθυντικό φακό της, ότι γνώριζε τις βαθιές του επιθυμίες, ότι δε την ένοιαζε η αιώνια μοναξιά του ή η φύλαξη της, ότι θα ήταν πάντα εκεί. Δεν πάτησε ποτέ το λόγο της. Την ένιωθε να του αγγίζει το μέτωπο κάθε φορά που τύχαινε να αρρωστήσει, να έχει μια απαίσια μέρα, ή να χρειάζεται επειγόντως βοήθεια. Όσο υπερβολική κι αν είχε υπάρξει, κατάφερνε να είναι από κοντά του, ακόμη και μέσα από χιλιάδες χιλιόμετρα, για να του πει την κουβέντα της ζεστή σαν κοτόσουπα. Ώρες-ώρες τη μισούσε γι’ αυτή την επιτυχία της.

Σήκωσε το χέρι στο γιέλοου-καμπ με τα φιμέ παράθυρα που τον προσπέρασε επιταχύνοντας.

Λόρα:
Η ώρα είχε περάσει. Κάπου ένα τρένο βούιξε, με τον καπνό του ν’ ανεβαίνει στο μαύρο χάος και να χάνεται. Εκείνη είχε κλείσει την πόρτα ασφαλείας σέρνοντας τα πόδια της ως τη μπανιέρα. Είχε ξεντυθεί μηχανικά και μπαίνοντας κάτω απ’ το ντους, είχε αφήσει το νερό ν’ ατμίζει και να της κάψει τις θηλές. Τα δάχτυλά της έφτασαν στην κοιλιά της. Σταμάτησαν εκεί να περιεργαστούν το μαλακό δέρμα, ακόμη σημαδεμένο από ένα επίπονο κουμπί.

Κάτω από το νερό ονειρεύτηκε το Παρίσι, τα παλιά φανάρια, τις σοκολάτες της rue du Buci, τη Fromagerie Alléosse. Είναι λύπη να ονειρεύεσαι σοκολάτες; Έκανε στάση στα φωτισμένα δέντρα της Saint Germaine, κρατούσε κουτιά με κορδέλες. Κάπνιζε κι ονειρευόταν την Αμερική να ονειρεύεται την Ευρώπη. Ανακάλυψε τις γωνιές της. Σιγά-σιγά ο άλλος μπήκε στην εικόνα. Δεν τον έβλεπε, ήταν όμως εκεί. Γινόταν πλακόστρωτο, γινόταν Μονμάρτρη, Café de Flore με τα τραπεζάκια έξω, χειμώνα καιρό.
Το πρωί θα σηκωνόταν να τελειώσει κάποιο κείμενο, θα έτρεχε σε ανύπαρκτες ευθύνες, θα..
.... το τηλέφωνο του ντους αναποδογύρισε και το καυτό νερό τη βρήκε στο μέτωπο. Σκατά, τα μάτια της είχαν γεμίσει σαμπουάν.


Νiko:
Θέλει ένα μπουκάλι οτιδήποτε. Ποτέ του δεν πίνει, αλλά τώρα διψάει. Μέσα του καίγεται κάτι, που του αφήνει γεύση από κάρβουνο και φυτοφάρμακο, ατσάλι και αίμα. Τέσσερις γεύσεις. Τι έχει τέσσερις γεύσεις; Το στομάχι του ανακατώνεται. Γιατί τη θυμάται κι απόψε; Γιατί επικοινωνεί μαζί της; γιατί της επέτρεψε να φτάσει τόσο κοντά; Θυμάται μία από τις επιστροφές του στην Αθήνα. Πριν ένα δύο καλοκαίρια. Τέσσερις πλευρές μιας οντότητας, ντυμένες μέχρι το λαιμό οι τρεις, η τέταρτη εκτεθειμένη, τον κοιτούσαν με τα μάτια μισοβγαλμένα, έτοιμα να δακρύσουν. Την είχε αφήσει να τον κυνηγήσει για λίγο. Δεν ήξερε γιατί. Ίσως η δύναμη που της ασκούσε τον είχε παρασύρει κάνοντάς τον πιο γενναίο, ή πιο ‘δε βαριέσαι, ας δοκιμάσω’.

Ένα ακόμη ταξί τον προσπέρασε, αλλά αυτή τη φορά δε θέλησε να σηκώσει το χέρι, θα περπατούσε με τη δίψα, ώσπου να βρει κάπου να χωθεί για λίγο. Το χώσιμο. Μεγάλη υπόθεση. Να μπορείς να τρυπώνεις σ’ ένα μέρος μαλακό και ασφαλές, είτε με το μυαλό, είτε με τα όργανά σου γυμνά και τεντωμένα, σ’ ένα κύρτωμα ίσως, τριγυρισμένο από ήβη μουσκεμένη, μια σπηλιά κρυμμένη στο δάσος, υγρή αλλά ζεστή, για να μπορείς να στεγνώσεις τη μανία σου, τη μανία των άλλων να σε ψυχαναλύουν, να σε προεικάζουν, να σε ψυχανεμίζονται και να καταλήγουν να σε θεωρούν ψυχρό και αδιάφορο.

Οι τέσσερις γεύσεις δούλευαν η μια μετά την άλλη, κινούνταν σαν κολυμβήτριες συγχρονικής. Πρώτα τα απλά και καθημερινά νέα, τα βαθιά λόγια μετά, έπειτα τα χέρια της, μικρές μπουνίτσες ενάντια στο στέρνο του, μια να απωθούν την κατάκτηση και μια να γυρεύουν να τον γραπώσουν και να σύρουν τα νύχια τους στην κοιλιά του, τέλος το στόμα της, που ποτέ του δεν θέλησε να δοκιμάσει, δροσερό αλλά αδιάντροπο, με δόντια γυαλισμένα, συρταρωτά πιασμένα στο δικό του, πρόστυχα κι ανήθικα ντροπαλά. Οι γεύσεις της; τι θα έκανε αν είχε αποφασίσει να της αφήσει ανοιχτή την πρόσβαση; Θα έτρεμε από φόβο ή από ταραχή; Από προσπάθεια να συγκρατηθεί ή από αυτή τη διαολεμένη καύλα που θα του κόλλαγε σαν ανεμοβλογιά; Ό,τι και να ‘ταν, θα είχε φροντίσει να μη της λύσει τα ρούχα, κι αυτή αντίθετα να μην αφήσει τίποτε, κανένα όχι να περάσει πάνω της, ενώ με άνεση νύμφης θα κατάπινε το σάλιο, τη γλώσσα και το λαιμό του. Την ήξερε όσο χρειάζονταν; Καθόλου; Τουλάχιστο, ΔΕΝ ήξερε αν όταν τέλειωνε θ’ άφηνε μια βρύση ανοιχτή να τρέχει πάνω στα πλευρά του, ενώ καθισμένη στη λεκάνη του ακόμη θα τιναζόταν δαγκώνοντας ό,τι έβρισκε μπροστά της. ΔΕΝ ήξερε ότι της αρέσουν τα βρωμόλογα, τα σκαμπίλια στον πισινό, τα χάδια στο μέτωπο σα να χαϊδεύεις ένα αλογάκι, ή την κόρη σου, τα λούσα, τα σκληρά καρύδια, το δάχτυλο, το πνεύμα και οι μαλακίες, αλλά πιο πολύ τα ψέματα. Τι τον ένοιαζαν άλλωστε; Αν ξυπνάει κι ονειρεύεται όταν οδηγεί, αν πετρώνει όταν κάποιος της φωνάζει ή την πιάνει απ’ το λαιμό θυμωμένος, αν φοβάται μην πεθάνει, αν κάνει συλλογές, αν κρύβεται απ’ τον εαυτό της, αν αγαπά ελάχιστα πράγματα περισσότερο απ’ αυτόν, αν όσο κοιμάται σφίγγει τα δόντια, αν ξέρει να μαγειρεύει, αν του γράφει κάθε μέρα από τότε που έφυγε, αν μπορεί ο ίδιος ή κανείς στον κόσμο να την αντέξει, τι οικογένεια έχει, αν μελαγχολεί όταν βρέχει. Αυτά δε χρειάζονται, όχι για να μπορείς να κοιμηθείς στη σπηλιά, όχι για να μπορεί η σπηλιά να ξεσφραγίσει εκείνο το βαμβακερό εσώρουχο και να σ’ αφήσει να βολευτείς.

Μια δεύτερη ανάμνηση τον έκανε να λυπηθεί. Είχαν βγει για φαγητό. Αφήνοντας τη με το αυτοκίνητο έξω απ’ το σπίτι που εκείνο τον καιρό διατηρούσε στο κέντρο, μπορούσε να δει την αγωνία της να τρεμοπαίζει, να λύνει με απόλυτο τρόμο τη ζώνη του συνοδηγού και με ακόμη μεγαλύτερο, να τον περιμένει να σκύψει κοντά της. Είχε τέτοια ψύχρα που σου μάτωναν τα ρουθούνια. Για ένα δευτερόλεπτο του είχε περάσει από το νου ότι μπορούσε να της αγγίξει το στόμα με το δικό του. Ήταν γλυκιά και αγχωμένη, το δεξί της χέρι είχε γραπώσει το χερούλι της πόρτας, το δικό του ξεκουράζονταν στο χειρόφρενο. Τον κοιτούσε προσπαθώντας να χαμογελάσει, να πει κάτι για να προστατευτεί απ’ το βλέμμα του. Όταν κινήθηκε προς το μέρος της με τον άκομψο αέρα που θα μπορούσε να οδηγήσει σ’ ένα φιλί, εκείνη είχε ταραχτεί τόσο που άνοιξε άθελά της (ήταν σίγουρος γι αυτό) την πόρτα και βρέθηκε στο δρόμο με την τρομάρα κάποιου που προσπαθούν να τον πετάξουν από ένα παράθυρο. Τον είχε ευχαριστήσει για τη βόλτα κι είχε τρέξει να κρυφτεί πίσω απ’ την ξύλινη πόρτα της.

Αν δε του τα είχε διαλύσει όλα την επόμενη κιόλας μέρα με τη βιασύνη της ν’ αγαπηθεί και να τα δώσει όλα.. Θα μπορούσε να είχε παραμείνει υπάκουη, γελαστή και δήθεν αδιάφορη στις μαλακίες που της έλεγε αργότερα, για άλλες γυναίκες, κάνοντάς τον ν΄ απορήσει με το πόσο αλλιώτικη είναι, κι ενώ θα τον καβάλαγε βογκώντας, να του λιώσει την καρδιά, ξέροντας ότι στο βάθος ήταν μόνος όσο κανένας. Αλλά τα σκάτωσε. Δεν είχε καταλάβει ότι έχει σημασία να μη θέλεις τα πάντα; Γιατί βιαζόταν να μάθει τι θα γίνει παρακάτω; Όπως τελικά έμαθε, θα σταματούσαν εκεί τα παραμύθια.

Λόρα:
Ξύπνησε με τα μαλλιά ακόμη βρεγμένα στις άκρες και με μια έντονη φαγούρα στο στήθος. Το ρολόι έδειχνε ακόμη ξημερώματα. Κατέβασε την τιράντα στο νυχτικό της κι έξυσε το σημείο. Στο ημίφως μπορούσε να διακρίνει μια σκουρόχρωμη μυρωδιά, μια φαρμακερή υποψία εκκρίσεων που ανέβαιναν ως το σημείο της φαγούρας. Πριν το καταλάβει, τα μήλα των δαχτύλων στο δεξί της χέρι τυλίγονταν γύρω από μια τούφα, στριφογύρισαν και άνοιξαν μια πορτούλα. Εκεί κάτω είναι βουβά. Οι φωνές και οι κουβέντες έχουν κάνει σκασιαρχείο, κι οι τρίχες είναι λείες, το ποταμάκι δεν έχει γέφυρα. Πέφτεις και κολυμπάς κοιτάζοντας το θεόρατο κάστρο στο βάθος, ή τα ερείπια ενός αρχαίου ναού να κοιμούνται λουσμένα στο πρώτο φως. Τα υγρά δεν έχουν ρεύματα, είναι ειλικρινή και αδιάσειστα, δε σε παραμονεύει κανείς.

Από το άλλο δωμάτιο, αυτό που επικοινωνεί με το φωταγωγό, ερχόταν ο ήχος από κάποιο καζανάκι. Φαντάζεται τον εαυτό της σε μια πόλη, μεγάλη, αχανή, γεμάτη μαύρα ταξί και πλακόστρωτα. Προσποιείται το άνοιγμα μιας κουρτίνας στη θέα μιας λεωφόρου, μιας πλατείας γεμάτης λιοντάρια, ή σιντριβάνια που ξεφυσάνε γκρίζο νερό. Κανείς δε την ενοχλεί. Ούτε το αβάσταχτο κρύο, ούτε τα γόνατά της που πονούν από το περπάτημα. Βαδίζει σταθερά προς μια κατεύθυνση ακόμη άφαντη. Το ένα χέρι της τραβά μια άδεια βαλίτσα και το άλλο βρίσκεται μέσα στην τσέπη του μαύρου παλτού. Μια τρύπα από ξήλωμα στην τσέπη επικοινωνεί με τη φούστα της. Το χέρι αγγίζει καθώς περπατά. Τρίβει μαλακά το ύφασμα, αυτό με τη σειρά του το εσώρουχο, και τέλος νάμα. Ίσως αν βρει κάποιο λεωφορείο με μισοναρκωμένους επιβάτες ν’ ανέβει, για να μπορεί να χαϊδευτεί χωρίς τη βαλίτσα στο άλλο χέρι. Κάποιος την περιμένει εδώ και χρόνια στο τέρμα της διαδρομής, με χέρια σκασμένα απ’ το κρύο, με μια μικρή αλλεργία στη σκόνη, τις γάτες και τ’ αμύγδαλα, σφιχτά δεμένος στο πανωφόρι του, συμπαγής και μετρημένος. Δεν ξέρει για τις φαντασιώσεις του, για τις φοβίες του, τι τον οδηγεί, τι τον κρατάει άγρυπνο τις νύχτες. Ξέρει ότι είναι μόνος. Όχι χωρίς γνωστούς, ή φίλους, ή συγγενείς. Είναι μόνος όπως ανόητα δεμένος σ’ ένα πάσαλο που καταλήγει στον εαυτό του. Δεν έχει παρά την τάση να κλώθει ένα ιστό πλακόστρωτα για τα πόδια της, ίσα που αυτά να τραβηχτούν ξελογιασμένα ως την 76η οδό, ντυμένα με καλσόν που να συγκρατεί το στομάχι, την πισωδρόμηση και την οδύνη.

Συνεχίζει το περπάτημα με πείσμα. Δε γυρίζει το κεφάλι να χαζέψει τις πελώριες βιτρίνες, τα κόκκινα λεωφορεία, τα μαύρα ταξί ή τους θαλάμους τηλεφώνου που της έχουν κοστίσει χρόνια αϋπνίας. Η καρδιά της χτυπά δυνατά ανάμεσα στα πόδια της, ανακατώνεται με μικρά παλινδρομικά ανατριχιάσματα στο τελείωμα της ραχοκοκαλιάς, αδημονεί μπροστά στην ανοιχτή αγκαλιά του Ενός. Πρώτα θ’ αναγνωρίσει τα παπούτσια του, έπειτα τα χέρια, σιγά-σιγά το σουλούπι θα γίνει πρόσωπο χαμογελαστό. Θ’ αφήσει τη βαλίτσα της χαμηλά, θα είναι ελεύθερη, εκείνος θα τη σηκώσει, θα τη στριφογυρίσει στον αέρα.

Τα δάχτυλά της τρέμουν. Γέρνει στα μαξιλάρια με ανακούφιση, αλλά δε σταματάει. Οφείλει να το κάνει τρεις ή τέσσερις φορές σε μια μέρα, όπου αυτό είναι δυνατό, κι αν οι δουλειές είναι πολλές τότε τη νύχτα, συνεχόμενα, το ένα πίσω από το άλλο, αναγκασμένη να κρατά το στόμα της κλειστό, καταπίνοντας το κλάμα που ανεβαίνει. Οφείλει να διαλύει τις ψευδαισθήσεις, τους συναισθηματισμούς και τις γιορτές στο όνομα του. Της είναι πιο εύκολο να λειτουργεί σαν αυτόματο, με τις ώρες να καταχωρούνται στο αρχείο της μνήμης και κατόπιν να ξεχνιούνται εκεί. Ο αυτοερωτισμός είναι το προνόμιο της καθαρής σκέψης. Πιο μέσα τα δάχτυλά σου, μάθε να σκέφτεσαι, μάθε να ξεθαμπώνεις. Λιώσε. Το σεντόνι είναι ένα κουκούλι με καινούριες ζωές. Σκιρτάει ένα φύλλο, πέφτει. Φυσικές εξελίξεις και μόνο.


Νiko:
Το διαμέρισμα μοιάζει κοιμισμένο. Φτάνοντας τον χτυπά μια χλωμή ζεστασιά θερμοκηπίου. Μια νύχτα χωρίς ταξί, χωρίς αναμονή. Ανοίγει το ψυγείο χωρίς να κοιτάζει για τίποτε. Παίρνει ένα μαχαίρι απ’ το συρτάρι. Στη στίλβη τα μάτια του καθρεφτίζονται κόκκινα σαν του βατράχου. Αφήνει πίσω το μαχαίρι και κλείνει το ψυγείο. Η τηλεόραση παίζει ασπρόμαυρη. Μπακώλ, Μπόγκι, στην Καζαμπλάνκα. Με το στόμα ακόμη στην ίδια γεύση ανοίγει το παράθυρο. Αν μπει λίγο κρύο θα είναι καλύτερα. Χαμηλώνει τον ήχο της τηλεόρασης και σφίγγει το κοντρόλ του στερεοφωνικού. Νότες πλάι σε βαθιές χαρακωμένες κουβέντες περιφέρονται. Πού να είναι τώρα το μικρό του ματωμένο αγγελούδι, η πορνό δαχτυλίτσα, το γδυτό κορίτσι καμωμένο για να επιμένει και να βρέχεται; Λύνει τη ζώνη του. Το μεταλλικό κλακ της αγκράφας τον ανακουφίζει. Στο θολό φως της οθόνης κοιτάζει τα πόδια του. Ακόμα δυνατά, ακόμα στέκεσαι καλά... Τι θα σου έκανε; Θ' ανέβαινε πάνω σου αμίλλητη; θυμωμένη; από πού να την πάρεις;

Όχι. Δε θα της τηλεφωνήσει...δε μπορεί να την αφήσει να τον ερωτεύεται για πάντα, δεν μπορεί να της υποσχεθεί ότι θα είναι εκεί και αύριο... ακόμη κι αν την έχει επιθυμήσει δυνατά, κρυφά κι ανέκφραστα.
Ίσως τον πάρει ο ύπνος στον καναπέ... για ένα χρόνο ακόμη_

No comments: