Sunday, November 22, 2009

Ξανά


Φωτο by Anna Amphigorously, source: Twitter

O Τζων μου έλουσε τα μαλλιά, τα στέγνωσε, τα χτένισε και αφού ντυθήκαμε,  με ανέβασε στο ποδήλατο. Είπε "να δούμε πόσο μακριά μπορείς να πας" και παρά τις αντιρρήσεις μου έσπρωξε απαλά το στήριγμα, και άρχισα να τσουλάω. Έβαλε μπρος τη μηχανή και με ακολούθησε κρατώντας ελάχιστη απόσταση, και σταθερή ταχύτητα.
- Μη με κοιτάζεις, μπροστά σου κοίτα,
έλεγε κάθε τόσο και έδειχνε την ερημιά με το κεφάλι.
-Θα πέσω
-Δε θα πάθεις τίποτα
-Θα χτυπήσω Τζων και θα σκίσω το φόρεμα
- Μη σκέφτεσαι έτσι, είναι απλό.
Σκεφτόμουν όμως, πότε θα τελειώσει ο δρόμος και τι θα κάνω τότε. Θα βάλω τα πόδια μου κάτω και θα φρενάρω με τις πατούσες, γιατί, το ήξερα, το ποδήλατο της αποθήκης του Τζων δεν είχε φρένα, κι ακόμα κι αν τα έσφιγγα με μανία δε θα μπορούσα να σταματήσω. Κι αν οι πατούσες μου δεν ήταν ακόμα δυνατές; ίσα που ένιωθα τα πεντάλ, ίσα στις άκρες των δαχτύλων καταλάβαινα ότι μ' ακουμπάει κάτι.
Θα τέλειωνε ο δρόμος; Πού τελείωνε; Πόσο μακριά ήταν η πόλη; Ήταν όπως την παρακολουθούσαμε στις τηλενουβέλες τα βράδια, με μαγαζάκια απ' όπου ο Τζων έφερνε κάθε μέρα καραμέλες για να μου βάλει μία στο στόμα πριν πάω για ύπνο; Ή ήταν σα την πόλη του Λίο και της Ποτέιτο Ανν, χωριόπολη, με αλογάδες ντυμένους με καρό πουκάμισα και καουμπόικα καπέλα; ή σαν το Γκρέταβιλ, όλο ψηλά κτίρια και βιαστικούς γραφειοκράτες;
Ο δρόμος που οδηγούσε στην πόλη, δεν είχε κίνηση, γιατί δεν είναι κεντρικός μου είχε εξηγήσει, δεν είναι μακριά, περίπου είκοσι λεπτά διαδρομή . Αλλά εγώ δεν ήξερα πώς θα ήταν αυτή η είκοσι λεπτά διαδρομή, εφόσον δεν είχα ξαναβγεί από το σπίτι.
- Είναι όπως όταν κάναμε πρόβα στο σπίτι, έτσι;
ρώτησε ο Τζων.
- Όχι δεν είναι όπως όταν βάζεις τις πατούσες σου στις δικές μου και κάνουμε πεντάλ, γιατί στο σπίτι δεν ιδρώνω.
Πράγματι τα μαλλιά μου είχαν κολλήσει στο μέτωπο και τα χείλια μου είχαν γίνει αλμυρά. Και οι μπουνιές μου ήταν μουσκεμένες από μέσα, αλλά δεν ήθελα ν' αφήσω το τιμόνι, οπότε έβλεπα τις σταγόνες να πέφτουν στο χώμα κάτω μου.

- Κουράστηκες; Εγώ λέω να μη σταματήσουμε ακόμα...
- Είναι πολύ μακριά;
- Σου είπα, είκοσι λεπτά, χαμογέλασε για να μου δώσει θάρρος.
- Ναι αλλά πόσο από τα είκοσι λεπτά έχουμε κάνει μέχρι τώρα;
- Έλα Σάμι, μη δίνεις σημασία, φτάνουμε σε λίγο.
- Εντάξει, του είπα κι εγώ, αλλά σα να μην τον πίστεψα πολύ, συνέχισα να αγωνίζομαι ασυναίσθητα πάνω στο ποδήλατο, ώσπου είχα γίνει σκέτο πτώμα από την κούραση, και τα γόνατά μου πονούσαν. Πλέον είχα καταλάβει ότι ήμουν ικανότατη να κινήσω τα κάτω άκρα μου, κι ότι σίγουρα δεν είμαι πια παράλυτη. Καλό αυτό σκέφτηκα και παρά τον πόνο των γονάτων άρχισα να σπρώχνω όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο δυνατά.
Γύρισα το κεφάλι μου να δω το Τζων, ο οποίος στο μεταξύ είχε πάρει μια απαλή έκφραση αιώνιας χαράς. Τα δικά του μαλλιά δεν ήταν ιδρωμένα, ανέμιζαν φρέσκα σαν σκούρα στάχυα, μαζί με τους γιακάδες του μπουφάν. Με παρακολουθούσε με την άκρη του ματιού κι ένα χαμόγελο λεπτό. Όμορφος Τζων, όταν φτάσουμε στην πόλη θα μου πει πώς να κόψω ταχύτητα, και όταν κατέβω από το ποδήλατό του, θα με πάει να φάμε παγωτό και να δούμε αληθινό σινεμά. Και θα μπορούμε να κάνουμε το ίδιο κάθε βδομάδα, μέχρι να γίνουμε γέροι.
Ήταν εύκολο τελικά, κρίμα που δεν το είχαμε δοκιμάσει τόσον καιρό, κρίμα που ήμουν πεισματάρα κι ας μου έλεγε ότι με τόσες πρόβες πάνω στο στρώμα θα ήταν παιχνιδάκι. Έπαιρνε το ίδιο ύφος με το γιατρό όταν το έλεγε. Και κατά κάποιον τρόπο, τώρα που το σκεφτόμουν ήταν ο δικός μου γιατρός. Δεν είχα κανέναν άλλο.

- Τζων δεν έχω κανέναν άλλο από εσένα, τώρα το καταλαβαίνω,
του ψιθύρισα λαχανιασμένη, τολμώντας να σηκώσω το χέρι μου από το τιμόνι για να φτάσω το δικό του.
- Σάμι..., έλα τώρα,
πήγε να με μαλώσει, αλλά το μετάνιωσε.
- Τζων θέλω όταν περπατήσω τελείως καλά, και μπορώ να ανεβοκατεβαίνω ατελείωτα στο ποδήλατο να μη με αφήσεις. Έ Τζων;

Δεν πήρα κανενός είδους απάντηση.
Θα θύμωνα κανονικά. Δεν είναι λίγο να σου λέει ένα κορίτσι να μην το αφήσεις. Ιδίως όταν γιατρευτεί και μπορεί πια να είναι η γυναίκα σου. Όμως κάτι στη θλίψη που πήρε αμέσως το πρόσωπό του, μου είπε να μην επιμείνω. Και δεν επέμεινα.
Ήξερα ότι δε θα φτάναμε ποτέ στην πόλη. Κι ότι κάθε φορά θα ξεκινούσαμε από το μηδέν. Ο Τζων να μου λούζει τα μαλλιά, να τα στεγνώνει, να τα χτενίζει, κι αφού ντυνόμαστε, να με ανεβάζει στο ποδήλατο, και να επιμένει ότι μπορώ να κινήσω τα πόδια μου. _



No comments: