Friday, November 20, 2009

Ήχοι


Δεν έχουν συναντηθεί ποτέ.
Όταν σηκώνεται για τη δουλειά δεν έχει ακόμη ξημερώσει. Κλείνει το ξυπνητήρι και κάθεται στον πισινό της με τη νυχτικιά μισοσηκωμένη. Στην ησυχία κοιτάζει τα κρεμασμένα της πόδια και περιμένει τους ήχους.

Πρώτα τα βήματα ως στην πόρτα. Το πάτημα του διακόπτη. Κλικ. Το ρεύμα σφυρίζει, απλώνεται στο λαμπτήρα, φως στην κουζίνα. Έπειτα τέσσερα ακόμη βήματα, συρτά, σαν αυτά που αφήνει πίσω της μια σαγιονάρα στην άμμο• δεν καθαρίζει συχνά.

Ανοίγει ένα ντουλάπι• τραβά ένα χαρτί από ρολό και ψαχουλεύει. Τσαλακώνει μια σακούλα. Κλείνει το ντουλάπι κι ανοίγει τη βρύση ∙ ο νεροχύτης είναι μαρμάρινος• στο μέταλλο θα ακουγόταν διαφορετικά, όμως εδώ το νερό τρέχει απαλά, χωρίς τσιρίγματα.

Ένα ελαφρύ ‘καπ’ και ο βραστήρας γουργουρίζει για επτά λεπτά.

Πάντα με την ίδια συνοχή, έρχεται το « ποτ » μιας κούπας στο τραπέζι, το τράβηγμα μιας καρέκλας. Μετά σιωπή.Τ

ότε αφήνει το κρεβάτι, φοράει τις παντόφλες και πηγαίνει ως το μπάνιο. Μπαίνει κάτω από τη ντουζιέρα και τον φαντάζεται. Είναι ψηλός, γέρνει ελαφρά μπροστά, έχει μακριά δάχτυλα και μιλάει χαμηλόφωνα. Φοράει γυαλιά, μοιάζει εύθραυστος. Είναι λιγομίλητος και ολιγόφαγος.

Μόνο μια φορά, πριν από τέσσερις-πέντε μέρες ακούστηκαν δυο κούπες. Τσούγκρισαν καθώς τις ακούμπησε στο ξύλο. Ύστερα ήρθε ένα « φρρρτ » από σακούλα χαρτονένια, κι ένα νιαούρισμα.

Ρώτησε το διαχειριστή αν επιτρέπονται γάτες και σκύλοι στην πολυκατοικία, και της είπε όχι. Της ζήτησε να μάθει το γιατί, και του απάντησε ότι έτσι απλά είχε ρωτήσει.

Την επομένη ήταν πάλι το μονό « ποτ ».

Μια γάτα είναι καλή συντροφιά. Είναι ανεξάρτητη, δε την πειράζει αν λείπεις απ’ το σπίτι. Κάθεται αθόρυβα κοντά στο παράθυρο, ή στην ποδιά σου όταν βλέπεις τηλεόραση. Κλείνει τα μάτια όταν σε συμπαθεί, κοιμάται στο κρεβάτι σου.

Εκείνη έφταιγε, δεν έπρεπε να ανακατευτεί. Ο διαχειριστής είναι με το ένα πόδι στον τάφο και θεόκουφος. Σιγά μην είχε καταλάβει ότι το ένα από τα δυο διαμερίσματα του έκτου έχει γάτα.

Δοκίμασε να γράψει ένα σημείωμα.

Είναι νοσοκόμα. Τα σωληνάκια, οι φυσαλίδες του οξυγόνου, τα δοχεία, οι φιάλες, τα σκεπάσματα… οι ήχοι στη δουλειά της είναι πολύ σημαντικοί. Κι έτσι έχει μάθει να αναγνωρίζει και τον παραμικρό.
Όταν σηκώνεται για τη δουλειά δεν έχει ακόμη ξημερώσει. Ξέρει ότι εκείνος πάσχει από αϋπνίες, γιατί ακούει τους θορύβους από δίπλα, και δεν πειράζει, της κάνουν συντροφιά.
Λυπάται για τη γάτα. Εκείνη τον έδωσε, δεν έπρεπε, λυπάται.

Διαβάζει το σημείωμα ξανά. Δεν είναι καλογραμμένο. Μάλλον θα την περάσει για καμιά τρελή. Το κάνει μια μπάλα και το πετάει στο σκουπιδοτενεκέ.

Το απόγευμα θα βρει στην πόρτα του μια νάιλον σακούλα μ’ ένα χρυσόψαρο.

Την ώρα που εκείνη επιστρέφει εκείνος λείπει ..

Δεν έχουν συναντηθεί ποτέ.

No comments: