Tuesday, November 24, 2009

Αμερικάνοι σου λέει μετά

Μα ήταν παράξενος λαός. Όλο σκοτούρες και σκασίλες κι αυτοκτονικούς ιδεασμούς αυτοί οι άνθρωποι. Σε έπιαναν στον ύπνο και σ’ την έπεφταν.

Ξέρεις εγώ, σου έλεγαν, σπούδασα, πέρασα από δυο πανεπιστήμια. 
Μπράβο, έλεγες, αυτός θα ξέρει τι του γίνεται, μορφώθηκε, είδε τι γίνεται στον κόσμο.

Μετά, συνέχιζαν, βρήκα μία δουλειά με τα πτυχία μου, κι έπιασα ένα διαμερισματάκι σε μια πόλη, αλλά η πόλη ήταν ένα χάος, δουλειά, δουλειά και ευχαρίστηση μηδέν. Κόσμος, χαμός, να σε πονάει το μάτι σου, άγνωστοι παντού, έγκλημα, μοναξιά, κανείς δεν ήθελε να σου ανοιχτεί σαν άνθρωπος, άρχισαν να με πιάνουν τα διαόλια μου. Σκέφτηκα, αν θέλω αλήθεια να είμαι ευτυχισμένος πρέπει να βρω ένα ήμισυ έτερο να μοιραστώ την αγωνία της ζωής.

Σκεφτόσουν, να ο άνθρωπος, ωραία τα λέει, είδες άμα είσαι μορφωμένος πώς σου ανοίγει το μυαλό;

Να βρεις έναν νορμάλ σύντροφο στη χώρα μας, είναι κατόρθωμα. Όλοι φοβούνται. Δε βλέπει λίγα και το μάτι τους. Μέρα και νύχτα στους οκτώ οι δέκα είναι παλιάνθρωποι, θα σου έκλεβαν και το νεφρό σου άμα μπορούσαν. Άσε που μερικοί μπορούν. Μετά από πολλούς μπελάδες και διάφορα ραντεβουδάκια εδώ κι εκεί, γνώρισα μία Λονγκ-Τωλλ-Σάλυ.
Έμοιαζε καλό κορίτσι. Κατάγονταν από το Τέξας κι ο πατέρας της ήταν αγελαδάρης Βαπτιστής. Κι επειδή το κορίτσι δεν ήθελε να φτυαρίζει θημωνιές μία ζωή, είχε πάει και δούλευε σε ένα πολυκατάστημα της εβδομηκοστής και Μπρόντγουεϊ. Τη γνώρισα όταν είχα ανεβεί στον έβδομο με τ’ αντρικά να αγοράσω ένα κοστούμι για ένα πάρτι. Η Λονγκ-Τωλλ-Σάλυ με βοήθησε, κι εγώ της ζήτησα αν ήθελε να πάμε κάποτε για ένα ποτό. Δέχτηκε και μετά από λίγες συναντήσεις της είπα ότι θα μου άρεσε να έχω ένα κορίτσι σαν κι εκείνη. Ξέρεις γιατί θεώρησα ότι αυτή η γυναίκα θα μου ταίριαζε;

Φαντάστηκα κανά δυο λόγους αλλά τον ρώτησα γιατί.

Όσες φορές της είχα κάνει νύξη για το άλλο, μου έλεγε ένα καληνύχτα κι έμπαινε σπίτι της. Ούτε καλά-καλά το πόδι δε της είχα πιάσει. Το φύλαγε για ‘κείνον που θα παντρευόταν. Καταλαβαίνεις εντυπωσιάστηκα. Έτσι εύκολο που είναι σήμερα να κάνεις ό,τι θέλεις, και όλοι έχουν από δεκαπέντε βίτσια, ήταν βελόνα στ’ άχυρα εκείνο το κορίτσι. Ήθελε ακριβώς ό,τι κι εγώ, ένα σπιτάκι, δυο-τρία παιδάκια να τη φωνάζουν μαμά, απλά και τίμια πράγματα.

Λοιπόν αποφάσισα να παντρευτώ τη Λονγκ-Τωλλ-Σάλυ. Μέσα σε ένα χρόνο αγόρασα ένα σπίτι στα προάστια. Πήγαιναν καλά οι δουλειές μου. Δύο μεταπτυχιακά στο Κολούμπια, μου εξασφάλιζαν δέκα χιλιάρικα την εβδομάδα. Της έδωσα ένα δαχτυλίδι με μια πέτρα να, και μόνο που δεν έβαλε τα κλάματα. Μετακομίσαμε. Εγώ δουλειά, εκείνη σπίτι και προσπαθούσαμε να μείνουμε έγκυος. Ήθελα να ‘χει ό,τι καλύτερο κι έτσι μετά από λίγο σουλουπώθηκε αρκετά.

Όχι πως δεν ήταν ωραία, αλλά πρώτα απ’ όλα της έδωσα λεφτά να πάει να φτιάξει λίγο τα αυτιά της. Ήταν λιγάκι πεταχτά. Ντυνόταν σαν τη Τζάκι Κέννεντυ, με γόβες και ταγιέρ και γούνινα παλτά. Φορούσε πέρλες στο λαιμό, ακόμη και όταν μαγείρευε .Έμοιαζε ίδια η μητέρα μου, ο θεός να τη συγχωρεί.
Είχα τα άγχη μου με τις δουλειές, αλλά όταν πήγαινα στο σπίτι ήμουν σ’ ένα παράδεισο. Όλα έτοιμα να περιμένουν. Έγκυος δεν μείναμε τον πρώτο χρόνο, κι έτσι για να μη τη στενοχωρώ πήγαμε διακοπές το καλοκαίρι στην Ευρώπη. Γυρίσαμε με σκάφος τη Μεσόγειο, της άρεσε πολύ. Ψώνιζε, έκανε τα μπάνια της, μαύρισε η Λονγκ-Τωλλ-Σάλυ κι έγινε σαν φρυγανιά. Γυρίζοντας απ’ τις διακοπές της έκανα δώρο ένα σετ καινούρια στήθη. Μας κόστισε γύρω στον ένα μήνα στη δουλειά το κάθε ένα, αλλά το πόσο χάρηκε δε λέγεται.

Όλα λοιπόν καλά, του είπα.

Ναι, όλα ρολόι. Σπουδαία εποχή.

Μια μέρα θέλησε, τι λέω... μια ώρα ... για να πέσουμε ως το λαιμό μες τα σκατά. Χτυπάει το τηλέφωνο τα ξημερώματα, ήταν ο Φρεντ ένας συνάδελφός μου στην εταιρεία. Σήκω, μου λέει, κι έλα στο γραφείο, το διαλύουμε το μαγαζί. Η εταιρεία πέφτει στο κενό, μας απολλύουν όλους. Δεν ξύπνησα τη Λονγκ-Τωλλ-Σάλυ, από το φόβο μη της πέσει το μωρό. Το καλοκαίρι στην Ευρώπη με τα μπάνια είχαμε πιάσει το παιδί. Πήρα το τρένο κι έγινα σίφουνας. Φτάνοντας στο γραφείο γινόταν το έλα να δεις. Κανείς δεν ήξερε τι είχε γίνει ακριβώς. Καθένας έλεγε και άλλο παραμύθι, μα όλοι μάζευαν τα χαρτιά απ’ τα γραφεία τους. Ο Φρεντ πλησίασε ιδρωμένος με τη γραβάτα του λυμένη και μου ψιθύρισε

« Ελπίζω να ‘χεις καβατζάρει αδερφέ, αύριο δε θα υπάρχει τίποτα ».

Δεν ήθελα να τον πιστέψω. Τι είχε γίνει κι είχαμε όλοι αποκοιμηθεί; Τόσα πτυχία μαζεμένα κάτω απ’ την ίδια στέγη, κανείς δεν είχε πάρει είδηση; Και εννοείται ότι κάποιοι το ήξεραν καλά και εμείς μαθαίναμε άλλα, υπήρχε μία κρίση σοβαρή, αλλά όλοι πιστεύαμε ότι σ’ εμάς αυτά δε θα περνούσαν.

« Είσαι ηλίθιος ; » ούρλιαζε η Λονγκ-Τωλλ-Σάλυ στο σαλόνι. « Τι θ’ απογίνουμε;»

Εγώ προσπάθησα να την καλμάρω λέγοντας ότι ακόμα τίποτε δεν ήταν σίγουρο, κι ότι αν έκανε λίγη υπομονή… σκεφτόμουν το παιδί, τα νεύρα της εγκυμοσύνης.

« Ακόμα » έλεγα « κανείς δεν ξέρει, κι εμείς τον έχουμε τον τρόπο μας, κοίταξε γύρω σου »

Εκείνη όμως δεν άκουγε κουβέντα. Είχε παρανοήσει εντελώς.

Κάθε πρωί πηγαίναμε καμιά διακοσαριά με τα κοστούμια και στηνόμασταν γύρω από την εταιρεία. Όποιος μάθαινε κάτι το έλεγε στον διπλανό, καθόμασταν μπροστά από τις οθόνες του Κέι-μαρτ και βλέπαμε τις εξελίξεις με τον καφέ στο ένα χέρι και το τηλέφωνο στο άλλο. Θεός φυλάξει αν τηλεφωνούσαν οι πελάτες, κανείς δεν το τολμούσε να απαντήσει.

Ένα απόγευμα γύρισα σπίτι με την ψυχή στα πόδια. Εδώ η γυναίκα μου, εκεί η γυναίκα μου, είχε εξαφανιστεί και είχε πάρει και μαζί της τα μισά μας πράγματα. Ούτε σημείωμα δεν είχε αφήσει. Δεν κάνω λόγο για τα ρούχα, τα κοσμήματα, το καλό μας αμάξι, τους πίνακες, είχε σηκώσει ό,τι σηκώνονταν και είχε γίνει αέρας.

Πληγώθηκα. Άλλος ίσως την κυνηγούσε. Εγώ όμως δεν είχα δύναμη ούτε μια πέτρα να σηκώσω. Έμεινα μέσα. Ούτε και ξέρω πόσο χρονικό διάστημα μου πήρε. Μαζεύονταν λογαριασμοί στην πόρτα, μου ξήλωσαν το αίθριο, τις πλάκες στην αυλή, μου έκαναν κατασχέσεις, το αμάξι της δουλειάς, κάτι έπιπλα, και τελικά το σπίτι. Δεν είχα κέφι ούτε να φάω, άρχισα να ακούω φωνές. Η πρώτη που άκουσα ήταν της Λονγκ-Τωλλ-Σάλυ, και ήταν τόσο ζωντανή που νόμισα ότι το βρήκε στην καρδιά της να γυρίσει πίσω. Μετά όμως άκουσα της μάνας μου που είχε πεθάνει από χρόνια, και ήξερα ότι κάτι δεν πάει καλά. Για ένα διάστημα γύριζα εδώ κι εκεί. Δεν έπινα, ούτε κάπνιζα, αλλά το Πρόζακ πήγαινε σύννεφο. Έμεινα λίγο σ’ ενός φίλου, μετά σ’ ένα παλιό μου αίσθημα, που μ’ έδιωξε σε χρόνο ρεκόρ. Έπειτα από αυτό κατέρρευσα κυριολεκτικά. Πέρασα ένα μήνα στο νοσοκομείο. Ούτε που μ’ ένοιαζε γιατί, την περισσότερη ώρα αρκούσε να κοιτάζω απ’ το παράθυρο. Δεν μπορώ να σου πω τι σκέψεις έκανα γιατί δε τις θυμάμαι. Αυτό που κάλλιστα θυμάμαι είναι η κούραση και η ανία. Ήμουν στεγνός και λυπημένος, ένας συνέχεια λυπημένος άνθρωπος. Μια μέρα έβαλα το δάχτυλο στην πρίζα. Είπα « θέλω απλώς να πεθάνω » και νομίζω το είχα καταφέρει.

- Και τελικά τι έγινε;
- Εκεί που είχα καθίσει ένα απόγευμα στο πάρκο Χάνκοκ, ξέρεις ποιον είδα;
- Ποιον;
-Το Χριστό. Ήρθε και μου είπε « Μάικλ, σήκω και περπάτα.» Ο ίδιος ο Χριστός εμφανίστηκε σ’ εμένα, παρόλο που τα είχα κάνει σκατά, με πήρε από το χέρι και με οδήγησε στο φως. Από τότε τον βλέπω κάθε μέρα, μιλώ μαζί του, τώρα που σου τα λέω όλα αυτά, είναι εδώ και μας κοιτάζει.

Κοίταξα πίσω από τον ώμο μου για να μη τον ταράξω και σηκωθεί και κάνει τίποτα παλαβά, και του είπα
- Τι να σου πω ρε παλικάρι μου, εμείς αυτό στη χώρα μου το λέμε βαρεμάρα..

No comments: