Sunday, November 22, 2009

Σέιφτι Μάτσεζ

- Κόψε ο Ντέος... Ποιο είναι ρε το φρέσκο;
- Ποια λες μωρέ, αυτή με το κόκκινο μαγιό;
- Ναι είναι μία που χορεύει και του τρίβεται. Ναι κόκκινο φοράει… Σιγά ρε μαλάκες αμόρφωτοι, μη γυρνάτε όλοι μαζί…
- Δε βλέπω καλά από δω. Τι λέει; Είναι καμιά καλή;
- Ε δεν τρελαίνομαι, αλλά παίζει το μάτι της. Δεν είδες, έτοιμη είναι να ορμήσει. Και ο κουτσός να περάσει από δίπλα, τακ, θα κάνει μία και θα τον βουτήξει απ’ το λαιμό.

Οι τέσσερις τους γελούν ομάδι.
Γελώ κι εγώ μαζί τους.

- Κατερίνα τι γελάς;
- Έτσι μου 'ρθε
- Αυτά είναι αντρικές κουβέντες, δεν πα να φέρεις κανά ούζο ακόμα; είπε ο Στάμος κι έβγαλε να μου δώσει ένα εικοσάευρο.
- Ναι Κατινιό, και άμα βρεις και καμιά φιλένάδα σου, μιλήστε για παπούτσα και για τσάντες, τι κάθεσαι εδώ με τους άντρες;

Την ξέρω αυτή με το κόκκινο μαγιό.

Την ξέρω και χωρίς το κόκκινο μαγιό.
Ξαπλωμένη στο ράντζο του μπανγκαλόου, μαύρη κατράμι απ’ τα μπάνια, με τα τρία άσπρα τρίγωνα σημάδια της, κι ένα σταχτοδοχείο στο στομάχι. Έπαιζε με τις μαύρες τούφες της και αλληθώριζε στην προσπάθεια να εξετάσει μια από δαύτες. Την κρατούσε τυλιγμένη στο ένα δάχτυλο, και κάπνιζε χαϊδεύοντας τις λείες άκρες. Έπειτα τέντωσε το ελεύθερό της χέρι, άνοιξε το συρτάρι και παίρνοντας ένα στενόμακρο ψαλίδι από μέσα, την έκοψε και μου την έδωσε.

-Κάτι δικό μου, είπε κουλουριασμένη, έτοιμη ν’ αποκοιμηθεί, "έτσι για να θυμάσαι αυτό το απόγευμα".
Δεν μου άρεσε πολύ η ιδέα να είμαι κάτοχος μιας μαύρης τούφας. Τι να την έκανα;
Την έπιασα από την κορυφή και πριν διαλυθεί, άδειασα ένα κουτί από σπίρτα ασφαλείας- πεταλούδα και την έβαλα εκεί.

Έφερα τα ούζα και ξανακάθισα. Ο Στάμος με στραβοκοίταξε, αλλά δεν είπε τίποτα.

- Ενώ δες, την άλλη από δίπλα τη μουλωχτή

- Τα σιγανά ποταμάκια δε λένε;
- το μαλάκα το Ντέο, δυο- δυο τις πάει τις γκόμενες;
- Έλα ντε ρε παιδάκι μου, το μαλακισμένο. Πολύ αμφιβάλλω αν θα ξέρει πού να τον βάλει.

Εδώ που τα λέμε, ήξερε πού να τον βάλει. Και πότε να τον βγάλει, επειδή ήταν καλός στο να παίρνει οδηγίες. Γιατί όταν η κόκκινη μου έδωσε την τούφα της, έδωσε άλλη μία και του Ντέου. Κι αφού κι οι δυο μας είχαμε από ένα αναμνηστικό, γύρισε στο δεξί πλευρό, έβαλε τον αγκώνα να στηρίζει το κεφάλι της και είπε

-Πριν φύγουμε από εδώ, θέλω να σας δω μαζί.
Μου ζήτησε να τον φιλήσω. Το έκανα απρόθυμα κοιτάζοντάς τη κι ευχόμουν να ήμουν στη θέση της. Να μπορώ εγώ να την παρατηρώ καθώς έσερνε το στόμα στο λαιμό του, λες κι έπαιζε φυσαρμόνικα, να τη χαζεύω με τα πόδια της ψηλά και τη μικρή της ήβη χαμένη κάτω απ’ τη λεκάνη του.

Ο Ντέος, ήταν στην καλύτερή του. Ήρεμος σαν αρνάκι, υπάκουος, πρωτοβουλία μηδέν.
Ντέο κουνήσου. Ντέο πιο γρήγορα. Ντέο γύρνα ανάσκελα. Ντέο κράτα την πλάτη της. Άντε γαμήσου κωλό-Ντέο, δε μας γαμάς;

Σκέτο φιάσκο. Εμένα μου άρεσαν οι άντρες στυγνοί και απολίτιστοι (καλή ώρα). Λίγες κουβέντες, κατά προτίμηση δικές τους.

Όπως ήταν αναμενόμενο το πράγμα δεν περπάταγε. Τον ξεκαβάλησα, έβαλα το μαγιό μου, πήρα το ΣΕΙΦΤΙ ΜΑΤΣΕΖ- ΜΠΑΤΕΡΦΛΑΪ ΜΠΡΑΝΤ κουτάκι με την τούφα, και πήγα στην ευχή, λέγοντας μέσα μου, τι ήθελα κι έμπλεκα μαζί τους. Δεν κάνω εγώ για τριάδες. Μα δε βαριέσαι; Καλοκαίρι ήταν , και το καλοκαίρι όλα επιτρέπονται.

No comments: