Friday, November 27, 2009

12 ψέματα Α-μέρος

Photo by: Juliane Swartz


   Δεν αισθάνομαι πόνο. Είναι μια ήπια αποχαύνωση, που ξεκίνησε από τα μήλα των κάτω δακτύλων, πέρασε πίσω από τα νύχια και χάραξε μια αργή, ανοδική πορεία.
  Βρίσκομαι μπρούμυτα στο έδαφος με το πρόσωπο βυθισμένο στη λάσπη του κήπου. Μπορώ να μυρίσω το μαδημένο γκαζόν και τον αέρα που έρχεται από τη θάλασσα, εκατό μέτρα πιο κάτω.
  Σαν τσαλακωμένες σεκάνς πλησιάζουν και απομακρύνονται μορφώματα... ------- Δύο ζευγάρια παιδικά πόδια με άσπρα καλτσάκια κατεβαίνουν από το πράσινο σχολικό. Στις πλάτες των παιδιών βαριές, πλακέ τσάντες κάνουν τη διαδρομή για το σπίτι ανυπόφορη. --------------Μια μικροσκοπική, πορτοκαλιά κολοκύθα του Χάλογουιν κρυμμένη κάτω από τα γάντια μου. Στο κοτσάνι της μια καρφίτσα στερεώνει ένα σημείωμα γραμμένο βιαστικά: πάρτυ στις 10 κάτω από το μεγάλο δέντρο, έξω απ' το νεκροταφείο. ------------ πετσέτες ανεμίζουν απλωμένες στη βεράντα ενός ξενοδοχείου κάπου στη Μεσόγειο --------------- το κινητό μου να δονείται στο τραπεζάκι του χωλ -------- ποτήρια παρατεταγμένα σ' ένα τραπέζι δεξίωσης ---------- ο αριθμός 1080 σ' ένα ποστ-ιτ, κολλημένο στο ντουλάπι της κουζίνας ------
  Ακολουθούν ήχοι ----- σελοφάν με φουσκάλες, που κάποιος πιέζει με μανία -------- το σύρσιμο και η ανάφλεξη ενός σπίρτου ----- παφλασμοί ----------------- τσιρίδες και γδούποι ------------ μια κλανιά (;) ---------

  Περίμενα κάτι πιο συγκεκριμένο, ίσως τις σημαντικότερες στιγμές της ζωής μου, τα πρόσωπα των αγαπημένων, δεν ξέρω, κάτι που να βγάζει νόημα. Όχι ένα μάτσο βλακείες. Κι ενώ βιώνω , πλέον είμαι βέβαιος, αυτό που ακόμα κι ένας τυχαίος παρατηρητής θα χαρακτήριζε ως επιθανάτιο παροξυσμό, δεν μπορώ να βγάλω απ' το μυαλό μου μια λέξη...

2 ΜΗΝΕΣ ΠΡΙΝ
- Είναι πολύ αργά
βάζει το φόρεμά της ανάποδα και ψάχνει για το φερμουάρ "δεν μπορείς να μείνεις άλλο"
  Την αφήνω να παιδεύεται μέχρι να καταλάβει ότι θα πρέπει να γδυθεί και πάλι. Είναι θυμωμένη, και ανά δευτερόλεπτο σφυρίζει "γαμώτο" - "γαμώτο", μέσα από τα δόντια.

- Τουλάχιστο ένα ποτάκι; Εγώ δε βιάζομαι άλλωστε.
- Ούτε μισό, μπορείς σε παρακαλώ να φύγεις;
- Λυπάμαι.
- Εγώ να δεις____ ωωωωωω__ σ κ α τ ά ! ΣΚΑΤΑ ΔΙΑΟΛΕ!
εκρύγνειται στην αντίσταση του φερμουάρ (;)- έχει φρικάρει τελείως, σκέφτομαι.
- Να σε βοηθήσω;
- Αν πρόκειται να πας στο καλό, τότε ναι. 
- Εννοώ με το φουστάνι σου.
- Δεν ανήκεις εδώ. 
- Ούτε εσύ
η ραφή έχει ξηλωθεί από το τέντωμα, έχει πάρει κάτι κιλά τελευταία, μήπως εγώ δεν έχω πάρει; παλιά ήμουν σανίδα.
- Άκου εδώ, απλώνω να την πιάσω, δεν πάω πουθενά.
- δεν σε αναγνωρίζω, σπρώχνει το χέρι μου μακριά « τι νομίζεις ότι θα κάνεις; Θα με βιάσεις μες το ίδιο μου το σπίτι;»
  Είμαι καθισμένος στον καναπέ του σαλονιού. Γυμνός από τη μέση και κάτω, πίνω το σινγκλ μωλτ του άντρα της και γελώ υστερικά.

16 ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ
Η κυρία Χάνι-Μπάνι, όπως τη φωνάζουν στη δευτέρα, δείχνει τον πίνακα με ένα μπατόν. Με πλάγια γραφή έχει σχηματίσει "ζε σουί, τι ε, ιλ ε, ελ ε, νου σομ, βουζ έτ, ιλςσόν, ελςσόν,είμαι, είσαι, αυτός είναι, αυτή είναι, είμαστε, είστε, αυτοί είναι, αυτές είναι". Ζωγραφίζω το βιβλίο με μια κόκκινη κιμωλία που έχω φέρει από το σπίτι. Η δασκάλα φαίνεται να έχει άλλη γνώμη. 
- Δε φτάνει που δε θα μάθεις ποτέ σου γαλλικά κύριε Νέιτ, κλέβεις και κιμωλίες από τον πίνακα;
- Μαντεμουαζέλ Λιλάρντ, εγώ..., ε όχι και κλέφτης
- Εκατό φορές τιμωρία το "ετρ"
- Μα...
- Διακόσιες!
- Μα κυρία Χάνι-Μπάνι...
- Τι;
- Θέλω να πω... δεν...
- Πεντακόσιες ! Νέιτ Μαρκόπουλος , ανόητο παιδί, και μετά το σχολείο θα μείνεις πίσω! Ανεπίδεκτος μαθήσεως, κλέφτης και είρων, ακούς;

Θα μείνω κι εγώ μαζί σου
Η Σεσίλια γράφει στο θρανίο, κι αμέσως το σβήνει με το μανίκι και λίγο σάλιο.
Μετά το σχόλασμα,έξω από το παράθυρο της αίθουσας τιμωρίας, ακούω το φωναχτό της τραγούδι
- Catch a falling star, and put it in your pocket, never let it fade away, catch a falling and put it in your pocket, save it for a rainy day... και με τον ίδιο σκοπό: Ακους τι λέω Νέιτ που είσαι εκεί μέσα; θα έρθει μέρα θα το δεις... τα γάλλικά σου θα 'ναι, καλύτερα απ' της Χάνι, τότε να με θυμηθείς!
Ακούω και κουνώ το κεφάλι "ναι"

13 ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ
- Θέλεις να γίνεις το αγόρι μου;
- Σέσι, δεν μπορώ να είμαι απλά ο φίλος σου;
Η Σεσίλια με κοιτάζει σα να μην της απάντησα τίποτε. Την παρακολουθώ να ανεβαίνει στο ποδήλατό της και να απομακρύνεται κάνοντας όρθια πεντάλ. Κοιτάζω τις ρίγες των αθλητικών της να φέγγουν στο σκοτάδι, κάτω από μια ρόμπα θανάτου. Λίγο πιο πέρα, στη συμβολή των Φλάτμπους και Γκρόλιερ μαζεύω από τα χόρτα το πλαστικό δρεπάνι που πέταξε. Σκέφτομαι να πάω να το αφήσω στη βεράντα του σπιτιού της. Από μακριά βλέπω το Μίτσελ και τους δίδυμους Τρούμαν ντυμένους σκελετούς, να σταματούν για να πετάξουν χαλασμένα αυγά στην πόρτα της Χάνι-Μπάνι, φωνάζοντας "Tric or Tric ????" Θα μπορούσα να πάω μαζί τους. Γιατί όχι, λέω, εφόσον από αύριο η Σεσίλια δε θα μου ξαναμιλήσει. 

11 ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ
- Είμαι απλά άτυχη, Ποτέ δε θα μπορέσω να στεριώσω με κάποιον. Θα περάσουν τα καλά μου χρόνια και θα μείνω μόνη.
Το πρόσωπό της είναι κόκκινο απ’ το κλάμα. Βάζει μπροστά τα χέρια της. Τα δάχτυλα βουλιάζουν στη σάρκα. Τα μάγουλά της μοιάζουν με ζώα παγιδευμένα σ’ ένα άβολο κλουβί.
- Δεν είναι έτσι,
της απαντώ χωρίς να είμαι σίγουρος για την κουβέντα μου. « Είσαι πολύ μικρή ακόμη. Είναι νωρίς. Μια μέρα θα είσαι με τον σωστό άνθρωπο. »
- Πώς μπορείς να το λες αυτό;
- Απλά το ξέρω.
Τίποτα δεν ξέρω. Μα πιο πολύ φοβάμαι ότι αν δε την καθησυχάσω, όλο το ενδιαφέρον της θα στραφεί και πάλι σ’ εμένα. Εγώ όμως ήμουν ξεκάθαρος απ' την αρχή. Δεν ήμουν; Βρήκε κάποιον τυχαίο για να μου αποδείξει ότι αποδέχεται τους όρους μου. Τώρα όμως έχει χωρίσει από αυτόν.



- Και πώς φαντάζεσαι ότι θα γίνει αυτό;
- Να, θα είσαι με κάποιον που δε σου μοιάζει. Θα ζεις στο διαμέρισμα που πάντα ονειρευόσουν, και θα φτιάχνεις πράγματα με τα χέρια σου. Όταν γυρίζει σπίτι θα του δείχνεις τι έκανες. Θα γράφεις, θα σε θαυμάζει. Όλα αυτά.
- Έτσι λες;
- Ναι.
Στο σκοτεινό δωμάτιό της, τα αναμένα κεριά με ζεσταίνουν. Ξέρω πόσο θα ήθελε να είναι αλλιώς τα πράγματα για εμάς. Ξέρω ότι τα δάκρυα δεν είναι για τη σχέση που μόλις χάλασε, αλλά για τη δική μου άρνηση.
Κι όμως αρχίζω να της θυμίζω πόσο πολύ με έχει βοηθήσει, πόσα πράγματα μπόρεσα να δω χάρη σ’ εκείνη. Ρουφά τη μύτη και με πλησιάζει λίγο ακόμη. Το χέρι της αγγίζει το δικό μου. Όχι, δεν θέλω τέτοια. Τραβιέμαι. Τι μου ήρθε να της μιλήσω έτσι ;
- Θέλω λίγη πίτσα ακόμη.
- Εντάξει, απαντά.
Και τη γλιτώνω εύκολα.

- to be continued-

No comments: